ΣΗΜΑΙΕΣ ΟΛΩΝ ΤΩΝ ΚΡΑΤΩΝ

free counters

Δευτέρα, 29 Ιουνίου 2009

ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΜΑΣ *

** ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΜΑΣ !!!

ΟΤΑΝ ΓΕΝΝΙΟΥΝΤΕ ..ΚΑΙ ΜΕΤΑ !!!
** ΠΑΙΔΙΚΑ : http://www.paidika.gr/index.php?option=com_content&task=view&id=1049&Itemid=83 ,
** ΟΙ ΜΥΘΟΙ ΤΟΥ ΑΙΣΩΠΟΥ :
Μύθοι Αισώπου
Οι μύθοι του Αισώπου ήταν 359. Οι γνωστοί μύθοι γιατί πολλοί λένε οτι είναι περισσότεροι. Ήταν άσχημος και καμπούρης.Ταξίδεψε πολύ στην ανατολή και στην Αίγυπτο. Πιθανόν να είχε επαφές με τους επτά σοφούς. Υπήρξε γνωστός στον αρχαίο κόσμο. Aναφέρεται από τoν Ηρόδοτο, τον Πλάτωνα και άλλους και χωρίς αμφιβολία ήταν ένας φιλόσοφος και παρατηρητής της ανθρώπινης φύσης και της κοινωνίας. Θεωρήθηκε πατέρας της μυθογραφίας. Ο Αίσωπος διατύπωνε -με τρόπο προσιτό στη λαϊκή νοημοσύνη- ηθικές, πολιτικές και κοινωνικές εμπειρίες. Τους ρόλους των πρωταγωνιστών του παίζουν ανθρώπινοι χαρακτήρες και, κυρίως, ζώα που στην εποχή που διαδραματίζονται οι μύθοι είχαν λαλιά. Πολλές παροιμίες που θεωρούνται αποστάγματα της λαϊκής σοφίας οφείλονται στους μύθους του Αισώπου.-
Επιλέξτε από το ευρετήριο κάτωθι και στη συνέχεια το Μύθο του Αισώπου που θέλετε να διαβάσετεΟ Βοριάς κι ο Ήλιος, Το πάθημα του λύκου, Ο Γάτος και τα ποντίκια,Οι οδοιπόροι και το τσεκούρι, Το μεγάλο κατόρθωμα, Ο Δουλευτάρης κι ο Ακαμάτης, Το λιοντάρι, ο Προμηθέας κι ο ελέφαντας,Το Άλογο, το Βόδι, ο Σκύλος και ο Άνθρωπος,Ο Γάιδαρος και το αλάτι, Η Χελώνα που ήθελε να πετάξει,Ο Κάβουρας κι η Αλεπού, Το Λιοντάρι και το Ποντίκι,Το Λιοντάρι, ο Κυνηγός και ο Λοτόμος,Η γυναίκα και οι δουλειές, Ο Γεωργός και τα Παιδιά του, ............

Ευρετήριο άρθρου
Αίσωπος
Ο Βοριάς κι ο Ήλιος
Το πάθημα του λύκου
Ο Γάτος και τα ποντίκια
Αλεπού και τα σταφύλια
Οι οδοιπόροι και το τσεκούρι
Το μεγάλο κατόρθωμα
Ο Δουλευτάρης κι ο Ακαμάτης
Το λιοντάρι, ο Προμηθέας κι ο ελέφαντας
Το Άλογο, το Βόδι, ο Σκύλος και ο άνθρωπος
Ο Γάιδαρος και το αλάτι
Η Χελώνα που ήθελε να πετάξει
Ο Κάβουρας κι η Αλεπού
Το λιοντάρι και το ποντίκι
Το λιοντάρι, ο κυνηγός και ο λοτόμος
Η γυναίκα και οι δουλειές
Ο Γεωργός και τα παιδιά του

Παρόμοια θέματα & άλλα ....επιλέξτε στην συνέχεια όποιο θέμα αγαπάτε και ....
o Μνημεία
o Έλληνες
o Παραμυθοεικόνες
o Ο βασιλιάς με τα γαϊδουρινά αυτιά
o Η μικρή ροδακινιά
o Καλώς Ήλθατε στο paidika.gr
o Έπος 1940
o Άλογο & Σπουργίτης
o Ο γνωστικός Βάτραχος
o Ένας νοικοκύρης Τυφλοπόντικας
o Ο παπάς, η αλεπού & ο γάιδαρος
o Ο Γαβριήλ, ο μυλωνάς & η κυρά-Μαριώ
o Γάτα, λιοντάρι & άνθρωπος
o Πρωινό ντύσιμο
o Η κουκουβάγια & η πέρδικα
o Ο καλογιάννος
o Η αλεπού & τα σύκα
o Δυο κατσίκες
o H ιστορία του Tσοπανάκου
o Άθλοι του Ηρακλή
o Το παραμύθι της ελιάς
o Εικόνες 1821
o Κλέφτικα Δημοτικά
o Ο στρατηγός Μακρυγιάννης για το 1821
o Η ελληνική Σημαία μας
o Τ' Αγνάντεμα
o Θα σ΄αγαπώ ό,τι κι αν γίνει
o To ποντικάκι που ήθελε να αγγίξει ένα αστεράκι
o Η ιστορία του μικρού Ανδρέα
o Νέο υλικό
o Ο παππούς και ο χάρος
o Ο Γεωργός και τα παιδιά του
o Στο καταφύγιο της καφέ αρκούδας
o Το μαγικό καράβι
o Ο χορός του πηγαδιού
o Ο δραγάτης του χωριού
o Διονύσιος Σολωμός
o Ο Πιπιλογιάννης
o Αγάπη
o ο Ερημίτης
o Ο Γιάννης ο Βλογημένος
o Περί αγάπης
o Ένα μικρό παραμύθι
o Πώς οικονομεί τα πράγματα ο Θεός
o Γκραβούρες από Ελλάδα
o Πλούτος, Ευτυχία και Αγάπη
o Το Καλό και το Κακό
o Το μάθημα του αλεπόπουλου
o Ο ερωτευμένος Άνεμος
o Η κάμπια
o Η Πίστη Της Αγάπης
o Εγκέλαδος
o Το υποτακτικό λιοντάρι
o Πάνω στην κοπριά
o Ο υπηρέτης που δε συγχωρούσε
o Αβραάμ
o Παναγία
o Ευχή Μητέρας
o Η δύναμη της Ελληνικής γλώσσας
o Η χελώνα
o Το μόνον της ζωής του ταξείδιον
o Γιατί ονομάζεται Ελλάδα
o Αμυγδαλιά και Μυθολογία
o Ιστορίες του Γέροντα
o Πονηρή αλεπού
o Τα χέρια αυτά
o Τα τσοπανόπουλα
o Ταπεινοφροσύνη
o Η υπερηφάνεια
o Το καντηλάκι
o Ο ψαράς και οι ευχές
o Το σπουργίτι
o Παράδεισος και Κόλαση
o Η δύναμη της θέλησης
o Χριστός Ανέστη
o Το χτίσιμο της Αγιά Σοφιάς
o για την Αγάπη
o Ο μυλωνάς και ο Καλικάντζαρος
o Κύκνοι και χήνες
o Η καμήλα
o Οι δώδεκα αναχωρητές
o Η φιλοχρήματη γυναίκα
o Έλληνες
o Η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει
o Σημαία Γαλανή
o Μολών Λαβέ
o Έπος 1940
o Σημαία Γαλανή
o Η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει
o Ο τζίτζικας και ο άντρας
o Σημαία
o Ύμνος εις την Ελευθερίαν
o Η ελιά και η καλαμιά
o Αμυγδαλιά και Μυθολογία
o Γιατί ονομάζεται Ελλάδα
o Εγκέλαδος
o Άθλοι του Ηρακλή
o Σκαντζόχοιρος και αλεπού
o Ποντικός και βάτραχος
o Χριστουγεννιάτικο Δέντρο
o Δώρο στον Άγιο Βασίλη
o O Καλικάντζαρος
o Χριστούγεννα του Παπαδιαμάντη
o Δώρο Χριστουγεννιάτικο
o Το κοριτσάκι με τα σπίρτα
o O άγιος Bασίλειος
o Το Δίκιο βασιλεύει ή το Άδικο;
o Ο γάμος της Ποντικούλας
o Η μικρή ρωγμή
o Η Ρούλα και η Σταμάτεια
o Η σημαία
o Ο βασιλιάς και το αλάτι

** ΜΕΡΙΚΟΙ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΜΥΘΟΥΣ ΤΟΥ ΑΙΣΩΠΟΥ : { Διαβάστε τους .....μπορείται } !!!
( 1 ) .- Ο Βοριάς κι ο Ήλιος
(Μύθοι Αισώπου)
Μια φορά, ο Ήλιος κι ο Βοριάς έπιασαν μια μεγάλη συζήτηση για το ποιος από τους δυο ήταν ο δυνατότερος.- Εγώ, έλεγε ο Ήλιος. - Όχι, εγώ, έλεγε ο Βοριάς. Κι είχαν τόσο πείσμα, ώστε κανένας τους δεν υποχωρούσε μπροστά στον άλλον. Έτσι όμως, δεν έβγαινε συμπέρασμα, ούτε θα 'βγαινε ποτέ, τόσο πεισματάρηδες που ήταν κι οι δυο τους. - Σου προτείνω ένα στοίχημα! είπε τέλος ο Βοριάς. - Τι στοίχημα; ρώτησε ο Ήλιος. - Να διαλέξουμε στην τύχη έναν άνθρωπο κι όποιος από τους δυο μας καταφέρει και τον γδύσει, εκείνος θα 'ναι ο δυνατότερος . - Το δέχομαι το στοίχημα! είπε ο Ήλιος. Σε λίγο, φάνηκε στον κάμπο ένας άνθρωπος, που πήγαινε ολομόναχος. Άρχισε τότε, ο Βοριάς, να φυσάει δυνατά. Ο διαβάτης έσκυψε το κεφάλι του και σταύρωσε τα χέρια του, πάνω στο στήθος, για να προφυλαχτεί από τον αέρα. Ο Βοριάς φύσηξε πιο δυνατά κι ο διαβάτης, κούμπωσε το ρούχο του κι επειδή ο Βοριάς δυνάμωνε το φύσημά του, ο καημένος ο άνθρωπος έβγαλε μια μάλλινη κουβέρτα, που την κουβαλούσε σ' ένα σακί, και τυλίχτηκε μ' αυτήν, για να μην ξεπαγιάσει. Όσο πιο δυνατά φυσούσε ο Βοριάς, τόσο πιο σφιχτά τυλιγότανε στην κουβέρτα του ο διαβάτης. Στο τέλος, ο Βοριάς βαρέθηκε κι έπαψε να φυσάει. Γύρισε στον Ήλιο και του είπε: - Η σειρά σου τώρα να δοκιμάσεις να τον γδύσεις. Ο Ήλιος πρόβαλε στον ουρανό, μόλις σταμάτησε να φυσάει ο Βοριάς, κι αμέσως ο διαβάτης έβγαλε από πάνω του την κουβέρτα και την έβαλε στο σακί. Δυνάμωσε τη λάμψη του ο 'Ηλιος κι ο διαβάτης ξεκούμπωσε το ρούχο του. Αλλά ο Ήλιος δυνάμωνε όλο και πιο πολύ τη λάμψη του κι ο διαβάτης, που είχε αρχίσει να ιδρώνει, άρχισε να βγάζει ένα-ένα τα ρούχα του, ώσπου, στο τέλος απόμεινε ολόγυμνος και κοιτούσε δεξιά κι αριστερά, μήπως δει κανένα δέντρο για να πάει να ξαπλώσει στον ίσκιο του. Επειδή όμως δεν έβρισκε δέντρο, έπεσε στο ποτάμι, που περνούσε εκεί κοντά κι έμεινε στο νερό, ώσπου ο Ήλιος, σιγά-σιγά, λιγόστεψε τη λάμψη του. - Εσύ είσαι ο δυνατότερος! παραδέχτηκε ο Βοριάς, αποχαιρετώντας τον Ήλιο.-
** ( 2 ).- Το πάθημα του λύκου (Μύθοι Αισώπου)
Μια φορά κι έναν καιρό, το λιοντάρι αρρώστησε βαριά. Φοβήθηκε πως θα πεθάνει κι έδωσε διαταγή να συγκεντρωθούν όλα τα ζώα του μεγάλου δάσους μπροστά του, για να του πουν τι πρέπει να κάνει για να γιατρευτεί. Όλα τα ζώα είπαν τη γνώμη τους, ώσπου ήρθε και η σειρά του λύκου. - Βασιλιά μου, είπε με σεβασμό, δε γνωρίζω κανένα γιατρικό για την αρρώστια σου, μα ούτε και όσα ζώα είναι συγκεντρωμένα εδώ, γνωρίζουν. Το μόνο ζώο που ξέρει από φάρμακα είναι η αλεπού! Μα αυτή σε περιφρόνησε και δεν ήλθε στο κάλεσμά σου. Άκουσα μάλιστα να λένε ότι χάρηκε για την αρρώστια σου και ότι δεν τη νοιάζει κι αν πεθάνεις.Ο λύκος τα είπε επίτηδες αυτά τα λόγια, γιατί δε χώνευε την αλεπού και ήταν σίγουρος ότι το λιοντάρι θα την τιμωρούσε! - Ώστε έτσι! φώναξε θυμωμένο το λιοντάρι. Να τη βρείτε αμέσως και να τη φέρετε μπροστά μου. Θα της κόψω τη γλώσσα! Ο λύκος έτριψε τα χέρια του από τη χαρά του. Είχε έλθει η στιγμή να κάνει κακό στην αλεπού. Ένα πουλάκι, όμως, πέταξε γρήγορα και βρήκε την αλεπού.- Αυτό κι αυτό συμβαίνει! της είπε. Ο λύκος σε συκοφάντησε και το λιοντάρι θα σου κόψει τη γλώσσα για να σε τιμωρήσει. - Σ' ευχαριστώ, καλό μου πουλάκι, του είπε η αλεπού. Μη φοβάσαι, θα καταφέρω να γλυτώσω.Μάζεψε τότε αγριόχορτα και μια και δυο τράβηξε με θάρρος για τη σπηλιά του λιονταριού. Το λιοντάρι, όταν την είδε άφρισε από το κακό του.- Σου έφερα αυτά τα βότανα, είπε η πονηρή αλεπού στο άρρωστο λιοντάρι, για να γίνεις καλά.
- Έλα εδώ! της φώναξε. Που ήσουν; ∆εν έμαθες ότι κάλεσα όλα τα ζώα να παρουσιαστείτε μπροστά µου;- Ναι, βασιλιά µου, απάντησε με θάρρος η αλεπού. Το έμαθα πως είσαι άρρωστος βαριά, γι' αυτό κι εγώ, πριν έλθω, πήγα και μάζεψα αυτά τα βότανα, που θα σε κάνουν καλά. Ο θυμός του λιονταριού έπεσε αμέσως. - Ώστε γι' αυτό άργησες να έλθεις; της είπε. Καλά έκανες... Θα... γίνω καλά όταν πάρω αυτά τα βότανα; - Ναι, βασιλιά μου. Μόνο που χρειάζεται να τ' ανακατέψεις µε κάτι ακόμα, για να γίνει τέλειο το φάρμακο. - Με τι; ρώτησε το λιοντάρι. - Να τα βράσεις μαζί µε μια γλώσσα λύκου. Αυτή βέβαια... εσύ ξέρεις πού θα τη βρεις.- Και βέβαια ξέρω! φώναξε το λιοντάρι. Θα κόψω τη γλώσσα αυτού του λύκου! Το είπε και το έκανε αµέσως. Έτσι η πονηρή η αλεπού τιμώρησε το λύκο για τη συκοφαντία του.-

( 3 ) .- Ο Γάτος και τα ποντίκια (Μύθοι Αισώπου)
Κάποτε, σ' ένα μεγάλο αρχοντικό σπίτι με πολλά δωμάτια, έμενε μια γριά. Το σπίτι ήτανε παμπάλαιο. Κανείς δεν το περιποιότανε πια κι οι τοίχοι του είχαν αρχίσει να ραϊζουν, οι σοβάδες να πέφτουν, τα πατώματα να σαπίζουν. Η γρια, που έμενε σ' αυτό το παλιό αρχοντικό σπίτι, κρατούσε μόνο δυο δωμάτια ανοιχτά, όπου έμενε αυτή στο ένα και στο άλλο η υπηρέτριά της. Όλα τα άλλα δωμάτια τα είχανε κλειστά και δεν άνοιγαν ποτέ τις πόρτες και τα παράθυρά τους ούτε έμπαιναν ποτέ εκεί μέσα. Όπου στα κλεισμένα δωμάτια, έστησαν φωλιά δυο ποντίκια που, σιγά σιγά, έγιναν μια πολυάριθμη οικογένεια, στρατός ολόκληρος από ποντίκια, που αλώνιζαν εκεί μέσα. Κανείς δεν τα πείραζε και εκείνα νύχτα μέρα ροκάνιζαν ό,τι έβρισκαν μπροστά τους κι έγιναν όλα τετράπαχα. Μια μέρα, ένας γάτος του δρόμου, βρίσκοντας ανοιχτή την εξώπορτα του σπιτιού, μπήκε μέσα για να προφυλαχτεί από το κρύο και χώθηκε κάτω από το κρεβάτι της γριάς. Όταν τον είδε, την άλλη μέρα, η γριά χάρηκε που θα τον είχε και τον κράτησε. Ο γάτος καθώς περπατούσε αμέριμνος στο σπίτι, μια μέρα ανακάλυψε μια τρύπα η οποία οδηγούσε σε κάποιο άλλο δωμάτιο όπου ζούσαν τα ποντίκια. Καθώς τα ποντίκια έβγαιναν ανυποψίαστα από τη φωλιά τους αυτός τα καταβρόχθιζε. Κι επειδή τρώγοντας έρχεται η όρεξη, ο γάτος βγήκε, ένα άλλο βράδυ από το δωμάτιο της γριάς και άρχισε να τριγυρνάει στο απέραντο παμπάλαιο σπίτι. Στον πρώτο διάδρομο που μπήκε, αντίκρυσε κοπάδι ολόκληρο από ποντίκια και έπεσε απάνω τους με μανία. Εκείνα, συνηθισμένα όπως ήταν να μην τα πειράζει κανένας, άργησαν να καταλάβουν τον κίνδυνο που τα απειλούσε και ώσπου να κρυφτούνε στις τρύπες τους ο γάτος έφαγε αρκετά. Πού να ξεκολλήσει τώρα ο γάτος από το διάδρομο. Η γρια τον έχανε, γιατί εκείνος μέρα-νύχτα παραφύλαγε στο διάδρομο για ποντίκια. Έπειτα, βρίσκοντας καμιά τρύπα σε κάποια πόρτα, μπήκε και σ' ένα δωμάτιο, κι από κει σε άλλο κι έτρωγε τόσα ποντίκια, όσα δεν είχε φάει σε όλη του τη ζωή κανένας γάτος, σ΄ όλο τον κόσμο! Σιγά-σιγά όμως ξύπνησαν και τα ποντίκια και κατάλαβαν πόσο επικίνδυνος είναι ο γάτος. Κρύφτηκαν λοιπόν μέσα στις τρύπες τους και δεν ξαναβγήκαν. Ο γάτος περίμενε μια, περίμενε δυο μέρες, περίμενε τρείς, αλλά κανένα ποντίκι δεν φαινότανε και αυτός άρχισε να πεινάει. Σκέφτηκε λοιπόν να τα ξεγελάσει και πηδώντας πάνω σ' ένα ξύλινο χοντρό καρφί, στον τοίχο, κρεμμάστηκε από αυτό και παρίστανε τον ψόφιο. Ύστερα από δυο-τρεις ώρες ένα ποντίκι, καθώς δεν άκουγε τις πατημασιές του γάτου, τόλμησε να μισοβγεί από την τρύπα του. Κοίταξε γύρω, είδε το γάτο που έκανε τον ψόφιο, και κατάλαβε τι είχε γίνει. - Άκουσε κυρ-γάτο του φώναξε. Και σακί να σε δω να γίνεις και να σε κρεμάσουν σε καρφί, εγώ δεν έρχομαι κοντά σου. Και κρύφτηκε πάλι, όσο το δυνατόν πιο βαθιά μπορούσε, μέσα στην τρύπα του.-

( 4 ) .- Αλεπού και τα σταφύλια (Μύθοι Αισώπου)
Μια αλεπού πεινασμένη είδε πάνω σ' ένα δέντρο πλεγμένη μια κληματαριά γεμάτη χοντρόρωγα, κατακίτρινα σταφύλια. Τα ζήλεψε και πολύ επιθυμούσε να τα δοκιμάσει, μα πώς ν' ανεβεί. Οι αλεπούδες δεν είναι γατιά, να πιάνουνται με τα νύχια τους και ν' ανεβαίνουν όπου τους αρέσει. Ωστόσο, δοκίμασε κάμποσες φορές.Πιάστηκε από δω, πιάστηκε από κει, τίποτα δεν κατάφερνε. Καθότανε μόνο κάτω,σήκωνε τα μάτια της στα σταφύλια, τα κοίταζε καλά καλά κι ο καημός τους την έτρωγε. Στα κατατελευταία απελπισμένη, για να παρηγορηθεί, κορόιδεψε η ίδια τονεαυτό της: - Δε βαριέσαι, δεν πειράζει, ας πάμε παρακάτω... Εξάλλου αυτά δεν τρώγουνται.Αγίνωτα είναι ακόμη... Τα σταφύλια, ακούοντάς τη, μοιάζανε να την ειρωνεύονται να την περιγελούν.- Ακούς εκεί... Είμαστε, λέει, αγίνωτα!... Εμείς, κυρα-αλεπού, αγίνωτα δεν είμαστε. Γλυκά σαν το μέλι είμαστε. Μα αφού δε μας φτάνεις, τι να πεις... μας λες αγίνωτα, για να ξεγελάσεις την ανημποριά σου!...

( 5 ).- Οι οδοιπόροι και το τσεκούρι (Μύθοι Αισώπου)
Κάποτε, δυο φίλοι ξεκίνησαν για κάποια δουλειά τους και περπατούσαν συζητώντας. Εκεί που βάδιζαν, μέσα σ' ένα δάσος, ο ένας απ' αυτούς πρόσεξε πως κάτι γυάλιζε ανάμεσα στα χόρτα. Έσκυψε να δει τι ήτανε και σήκωσε ένα τσεκούρι ολοκαίνουριο. - Βρήκαμε ένα τσεκούρι! φώναξε χαρούμενος ο σύντροφός του. Εκείνος όμως, που είχε βρει το τσεκούρι ταράχτηκε και λέει: - Να μη λες βρήκαμε ένα τσεκούρι, μόνο να λες: βρήκες ένα τσεκούρι. Αλλά, καθώς προχωρούσαν, αντάμωσαν τρεις-τέσσερις ξυλοκόπους, που είχανε χάσει το καινούργιο τους τσεκούρι κι έψαχναν να το βρουν. Όταν είδαν τους δυο οδοιπόρους, που ο ένας τους κρατούσε το τσεκούρι, έπεσαν πάνω τους θυμωμένοι. - Χαθήκαμε! φώναξε εκείνος που είχε βρει το κρατούσε στα χέρια του. Γυρίζει τότε ο φίλος του και του λέει: - Να μη λες χαθήκαμε, να λες: χάθηκα! Ούτε όταν βρήκες το τσεκούρι με ήθελες για σύντροφό σου, ούτε τώρα που θα σου το πάρουν και θα φας και ξύλο θέλω να μ' έχεις σύντροφό σου!

( 6 ) .- Το μεγάλο κατόρθωμα (Μύθοι του Αισώπου)
Ήταν κάποτε μια αλογόμυγα που κατοικούσε στην ουρά ενός αλόγου. Ήταν πολύ περήφανη για τον εαυτό της και μια μέρα διηγήθηκε σε δυο άλλες αλογόμυγες, ένα μεγάλο κατόρθωμα που είχε κάνει. - Εμένα που µε βλέπετε, τους είπε, έχω κάνει ένα κατόρθωμα πού καμιά από σας δεν μπορεί να το κάνει. Μια μέρα δύο άλογα τραβούσαν ένα αμάξι με ανθρώπους που ταξίδευαν. Μα στον ανήφορο τα άλογα κουράστηκαν, μπορεί και να τεμπέλιασαν και σταμάτησαν να προχωρούν. Εγώ είχα ξαπλώσει στη χαίτη του ενός αλόγου όταν άκουσα τον αμαξά να πλαταγίζει το μαστίγιο και να φωνάζει: «- Ντε! Χοπ! Χοπ!» Μα τα άλογα δεν κουνήθηκαν από τη θέση τους. Ο αμαξάς είπε τότε στους επιβάτες να κατεβούν για να αλαφρώσει το αμάξι.» Χοπ, χοπ! έκανε πάλι στα άλογα του. »Αλλά πού να κουνηθούν εκείνα! Και τότε, ξέρετε τι έκανα;»- Τι; ρώτησαν με περιέργεια οι δυο αλογόμυγες. - Αρπάζω τότε τα χαλινάρια και τραβώ µε όλη µου τη δύναμη. »- Χοπ, χοπ! φώναξα στ' άλογα. Ελάτε, κουνηθείτε! »Και τότε, που λέτε, τα άλογα ξεκίνησαν... Αν δεν ήμουνα εγώ, δε θα μπορούσαν να βγάλουν τον ανήφορο... Λοιπόν, πώς σας φαίνεται το κατόρθωμα μου;» . - Μπράβο, μπράβο! φώναξαν οι δυο αλογόμυγες. Μα... πώς τα κατάφερες;- Με τη δύναμη μου. Είμαι η πιο δυνατή αλογόμυγα του κόσμου! - Μπράβο, μπράβο! της είπαν ξανά. Τέτοιο κατόρθωμα δεν μπορεί να το κάνει καμιά αλογόμυγα! - Δε σας είπα πως είμαι η πιο δυνατή αλογόμυγα στον κόσμο; Οι αλογόμυγες την κοίταζαν και την ξανακοίταζαν µε θαυμασμό. Βλέπετε... ήταν πολύ κουτές κι αυτές. Γιατί τα άλογα ξεκίνησαν από τις φωνές του αμαξά και όχι της αλογόμυγας.Αλλά, όταν είναι περήφανος κανείς, νομίζει ότι μπορεί να κάνει θαύματα!

( 7 ) .- Ο Δουλευτάρης κι ο Ακαμάτης (Μύθοι Αισώπου)
Κάποτε, στα παλιά τα χρόνια, ζούσανε στην Αίγυπτο δυο άνθρωποι, που τα σπίτια τους και τα χωράφια τους γειτόνευαν. Ο ένας όμως ήτανε δουλευτάρης και ο άλλος ακαμάτης. Από το πρωί ως το βράδυ ο Δουλευτάρης όργωνε τα χωράφια του, έσπερνε, σκάλιζε, πότιζε, θέριζε, ανάλογα με την εποχή που ήτανε, κι όταν τέλειωνε τη δουλεία του στα χωράφια και γυρνούσε στο σπίτι του, κάτι έβρισκε κι εκεί να κάνει. Πότε διόρθωνε το αλέτρι του, πότε κάρφωνε κανένα παράθυρο που είχε σπάσει, πότε περιποιότανε τις κότες του, πότε σκάλιζε τα λαχανικά του. Όλο δούλευε κι όλο πρόκοβε και, σιγά - σιγά, έγινε ο πιο πλούσιος τους τόπου. Ο γείτονάς του, ο Ακαμάτης, έβρισκε πάντοτε προφάσεις για να μη δουλέψει. Το πρωί δεν ξυπνούσε χαράματα, όπως ο Δουλευτάρης, αλλά κοιμόταν ώσπου ο ήλιος ανέβαινε ένα κοντάρι στον ουρανό, γιατί έλεγε πως, όσο περισσότερο κοιμότανε, τόσο ξεκούραστος θα' ταν και τόσο πιο καλά θα δούλευε στο χωράφι του. Αλλά όταν έφτανε στο χωράφι, κόντευε πια μεσημέρι, κι έτσι, δεν του έμεναν και πολλές ώρες δουλειάς. Χρόνο με το χρόνο γινότανε φτωχότερος, ώσπου έγινε ο πιο φτωχός του χωριού.Ζήλευε λοιπόν το γείτονά του τον Δουλευτάρη κι έλεγε πως εκείνος ήτανε μάγος κι έκανε μάγια στα δικά του τα χωράφια να δίνουν πολύ καρπό, και στο χωράφι του γείτονά του να μη δίνει καθόλου.Μια μέρα, οι δυο γείτονες συζητούσαν για τις σοδειές τους, κι επειδή ο Δουλευτάρης είπε ότι μόνο με τη δουλειά προκόβει κανείς, ο Ακαμάτης θύμωσε και σηκώνοντας το τσεκούρι του, τον χτύπησε στο κεφάλι και τον σκότωσε.Οι συγγενείς του Δουλευτάρη έτρεξαν να τον σηκώσουν κι όταν είδαν πως ήταν πια πεθαμένος, άρχισαν να κυνηγούνε το φονιά.Αλλ' ο Ακαμάτης είχε προχωρήσει πολύ και τους ξέφυγε, τρέχοντας προς το Νείλο.Στρέφοντας πίσω του είδε πως οι συγγενείς του σκοτωμένου ήταν ακόμη μακριά, αλλά έτρεχαν κι αυτοί προς το ποτάμι. θέλησε τότε να εξακολουθήσει το δρόμο του αλλά, ξαφνικά, είδε να παρουσιάζεται ένας λύκος.Φοβήθηκε πως ο λύκος θα τον φάει, γιατί δεν είχε κανένα όπλο μαζί του να τον χτυπήσει. Καθώς κοιτούσε γύρω του με απελπισία, για να βρει τρόπο να σωθεί, πρόσεξε μια ψηλή χουρμαδιά που βρισκότανε στην όχθη του ποταμού και που τα μεγάλα , πλατύφυλλα κλαδιά της έγερναν πάνω από τον ποταμό. -Σώθηκα! Μουρμούρισε. Τώρα θα γλιτώσω κι από το λύκο και από τους ανθρώπους. Κι έτρεξε προς τη χουρμαδιά, σκαρφάλωσε στον κορμό της και , σιγά-σιγά, ανέβηκε ως τα πρώτα κλαδιά και κρύφτηκε στα πλατιά φυλλώματα.Ο λύκος, βλέποντας πως του ξέφυγε ο άνθρωπος, έτρεξε κι αυτός να φύγει, για να βρει κάποιο άλλο κυνήγι.Ξαφνικά ο φονιάς άκουσε κάτι να σέρνεται μέσα στα κλαδιά πάνω από το κεφάλι του. Κοιτάζει και τι να δει: ένα θεόρατο φίδι σερνόταν ανάμεσα στα κλαδιά, σφυρίζοντας.Κοίταξε κάτω τρομαγμένος, ο λύκος είχε φύγει, αλλ' οι συγγενείς του σκοτωμένου πλησίαζαν τρέχοντας κι ασφαλώς θα τον έβλεπαν, όταν κατέβαινε από το δέντρο, και θα τον έπιαναν. Κι ήξερε πως άμα έπεφτε στα χέρια τους, ήταν χαμένος!Μη έχοντας τι άλλο να κάνει σκέφτηκε:-Θα πηδήσω στο νερό, και θα βγω κολυμπώντας στην αντικρινή όχθη του ποταμού. Και πήδησε αμέσως στο νερό.Αλλά ο Νείλος είναι γεμάτος κροκόδειλους κι ένας από αυτούς, μόλις είδε τον άνθρωπο να πέφτει, όρμησε απάνω του, άνοιξε το τεράστιο στόμα του και τον έκοψε στη μέση.Κι έτσι, ο φονιάς βρήκε την τιμωρία του.-

( 8 ) .- Το λιοντάρι, ο Προμηθέας κι ο ελέφαντας (Μύθοι Αισώπου)
Μια μέρα το λιοντάρι παρουσιάστηκε στον Προμηθέα.-Έχω πολλά παράπονα του είπε. -Με ποιον τα ‘χεις; -Με σένα που μ' έπλασες. Ο Προμηθέας παραξενεύτηκε.-Με μένα τα ‘χεις τα παράπονα; ρώτησε. Μήπως δεν σ' έπλασα ένα αγρίμι μεγάλο κι όμορφο; -Ναι, παραδέχτηκε το λιοντάρι. -Μήπως δεν σου ‘δωσα δόντια δυνατά, που μπορείς να συντρίψεις μ' αυτά και τα πιο χοντρά κοκάλα; -Μου τα ‘δωσες. -Δεν σου έδωσα πόδια δυνατά και γρήγορα; -Μου έδωσες. -Δεν σου έδωσα νύχια δυνατά και κοφτερά; -Κι αυτά μου τα έδωσες, παραδέχτηκε το λιοντάρι. -Τότε, γιατί παραπονιέσαι με μένα, απόρησε ο Προμηθέας. -Παραπονιέμαι γιατί, ενώ είμαι μεγάλο, όμορφο και δυνατό θηρίο, φοβάμαι τον πετεινό, του εξήγησε το λιοντάρι. -Τότε με τον εαυτό σου να τα βάζεις και όχι με μένα. Η ψυχή η δική σου φοβάται τον πετεινό κι εγώ δεν έπλασα την ψυχή σου. Το λιοντάρι κατέβασε το δυνατό του κεφάλι, γιατί δεν είχε τι να πει στον Προμηθέα, μια που εκείνος δεν είχε πλάσει την ψυχή του και μια που η ψυχή του έφταιγε, που φοβότανε τον πετεινό. Γύρισε λοιπόν στενοχωρημένο στο άγριο δάσος, όπου ζούσε και μερόνυχτα ολόκληρα βασανιζότανε μ' αυτή τη σκέψη: γιατί φοβότανε τον πετεινό; Πώς θα ‘κανε να κατανικήσει εκείνο τον παράξενο φόβο του; Κι επειδή δεν έβρισκε καμιά λύση, αποφάσισε να αυτοκτονήσει.Την ώρα λοιπόν που πήγαινε να αυτοκτονήσει, αντάμωσε στο δρόμο του ένα πελώριο ελέφαντα, που κουνούσε διαρκώς τα τεράστια αυτιά του.-Πες μου, τον ρώτησε περίεργο το λιοντάρι, γιατί κουνάς διαρκώς τα αυτιά σου; -Κουράζομαι, αλλά δεν μπορώ να κάνω κι αλλιώς, του ομολόγησε ο ελέφαντας. Φοβάμαι αυτό το κουνούπι! Αυτό το μικροσκοπικό έντομο, που βουίζει διαρκώς, με κάνει και τρελαίνομαι από το φόβο μου, κι αλίμονό μου αν χωθεί μέσα, βαθιά στο αυτί μου.Το λιοντάρι ακούγοντας εκείνα τα λόγια του ελέφαντα, γύρισε πίσω στη σπηλιά του.«Τι ανόητο που ήμουν», έλεγε μέσα του, «να πηγαίνω να αυτοκτονήσω, γιατί φοβάμαι τον πετεινό. Εγώ είμαι πιο δυνατό κι από τον ελέφαντα ακόμη, μια που εγώ τουλάχιστον φοβάμαι τον πετεινό, ενώ εκείνος φοβάται το κουνούπι!»Κι αποφάσισε να ζήσει, έστω κι αν φοβότανε τον πετεινό. Είχε πάρει, βλέπετε, θάρρος, μια που είδε πως υπήρχε και χειρότερος φόβος από το δικό του.-

( 9 ) .- Το Άλογο, το Βόδι, ο Σκύλος και ο Άνθρωπος (Μύθοι Αισώπου)
Όταν ο Δίας έφτιαξε τον κόσμο και τα ζώα, που θα τον κατοικούσαν, όριζε, στο καθένα από αυτά, πόσα χρόνια θα ζούσε.Σ' όλα, όπως στη θαλασσινή χελώνα λόγου χάριν, όρισε να ζει ως τριακόσια χρόνια, σ΄ άλλα, σαν το κοράκι για παράδειγμα, διακόσια, στον ελέφαντα εκατόν πενήντα, στη φάλαινα πεντακόσια, στις πεταλούδες τρεις μέρες. Κι επειδή όλα ήταν για πρώτη φορά φτιαγμένα από το Δία και τότε θ' άρχιζαν να ζούνε, κανένα τους δεν περηφανεύτηκε, ούτε παραπονέθηκε για τα χρόνια που του είχε ορίσει.Αφού έφτιαξε όλα τα ζώα, ο Δίας έφτιαξε και τον άνθρωπο. Σ' αυτόν έδωσε και κάτι, που δεν είχε δώσει στα άλλα ζώα. Του έδωσε το λογικό.-Και πόσα χρόνια ορίζεις να ζω; Ρώτησε ο άνθρωπος. -Σαράντα! Του απαντάει ο Δίας. -Καλά! Λέει ο άνθρωπος. Αμέσως, με το λογικό του, σκέφτηκε πως σαράντα χρόνια είναι πολύ λίγα, όταν ένα κοράκι, λόγου χάρη, ζει τουλάχιστον εκατό. Δεν είπε όμως τίποτα, για να μην του τα πάρει κι αυτά ο Δίας. Όταν βγήκε στη ζωή ο άνθρωπος ήταν άνοιξη, όλα ήτανε όμορφα γύρω του, αλλά, τις νύχτες έκανε δροσιά και καθώς δεν είχε χοντρό δέρμα, όπως τα άλλα ζώα, για να προφυλάσσεται, σκέφτηκε να φτιάξει. Μάζεψε φύλλα τα ‘ραψε και τα φόρεσε. Αλλά τα φύλλα μαραίνονταν και τρίβονταν. Τότε χρησιμοποίησε προβιές αγριμιών.Έπειτα είδε πως τα πουλιά χτίζανε φωλιά, και σκέφτηκε κι αυτός να φτιάξει μια φωλιά, αλλά να είναι σκεπασμένη από πάνω, κι όχι ξέσκεπη, όπως οι φωλιές των πουλιών.Με το λογικό, λοιπόν, που του είχε χαρίσει ο Δίας, έφτιαξε ένα σπίτι με σκέπη, με πόρτα για να μπαινοβγαίνει και με παράθυρα, που του χρησίμευαν για να βλέπει τι γίνεται έξω, χωρίς να αναγκάζεται να βγαίνει από το σπίτι του.Πέρασε η άνοιξη κι ήρθε το καλοκαίρι με τις ζέστες του. Τα ζώα έτρεχαν να βρούνε κανένα δέντρο για να ξαπλώσουν κάτω από τον ίσκιο του. Ο άνθρωπος, όμως, είχε το σπίτι του, κι έτσι είχε όσο ίσκιο ήθελε.Ήρθε κι ο χειμώνας κι άρχισαν οι βροχές, τα κρύα, τα χιόνια. Τα ζώα έτρεμαν από το κρύο και στριμώχνονταν το ένα πλάι στο άλλο για να ζεσταθούν. Ο άνθρωπος όμως κλεινότανε μέσα στο σπίτι του και δεν κρύωνε καθόλου.Ένα βράδυ, που έκανε κρύο δυνατό, χτύπησαν την πόρτα του. - Ποιος είναι; Ρώτησε από μέσα ο άνθρωπος. - Είμαι εγώ, το άλογο, ακούστηκε απ' έξω μια φωνή. Πάρε με μαζί σου, άνθρωπε, γιατί κρυώνω κι εγώ θα σου δουλεύω για να σε ξεπληρώσω. -Μου χαρίζεις δέκα χρόνια από τη ζωή σου για να σε πάρω; - Σου χαρίζω! Υποσχέθηκε το άλογο. Κι ο άνθρωπος το πήρε μέσα στο σπίτι του και το άλογο ζεστάθηκε κι άρχισε να του δουλεύει.Το άλλο βράδυ, παρουσιάστηκε το βόδι.-Πάρε με άνθρωπε, να ζεσταθώ, κι εγώ θα σου δουλεύω! Τον παρακάλεσε. - Σε παίρνω, αν μου χαρίσεις δέκα χρόνια από τη ζωή σου, είπε ο άνθρωπος. -Μ' όλη μου την καρδιά, απάντησε το βόδι. Κι ο άνθρωπος το πήρε μέσα στο σπίτι του και το ‘στρωσε στη δουλειά.Το τρίτο βράδυ, ήρθε κι ο σκύλος, τουρτουρίζοντας.- Πάρε με, άνθρωπε, στο σπίτι σου κι εγώ θα σου δουλεύω, του είπε. - Εσύ για δουλειά δεν κάνεις, αποκρίθηκε ο άνθρωπος. Θα σε πάρω όμως για να φυλάς το σπίτι μου, όταν θα λείπω, φτάνει να μου χαρίσεις δέκα χρόνια από τη ζωή σου. -Σου τα χαρίζω! Φώναξε ο σκύλος πρόθυμα. Κι ο άνθρωπος τον πήρε στο σπίτι του και τον έβαλε να το φυλάει, κι εκείνος το φύλαγε πιστά.Κι έτσι ο άνθρωπος κέρδισε τριάντα χρόνια. Μόνο που, όταν τελείωσε τα σαράντα δικά του κι άρχισε να ζει τα δέκα του αλόγου, άρχισε να καμαρώνει σαν εκείνο. Στο δέκα του βοδιού, έγινε βαρύς και στενοκέφαλος κι ήθελε να γίνεται πάντα το δικό του. Και, στα τελευταία δέκα χρόνια, που είχε πάρει από το σκύλο, έγινε γκρινιάρης και θύμωνε με το παραμικρό.Γι' αυτό, από τότε, οι άνθρωποι έχουν τέτοιο χαρακτήρα: είναι γιατί ζούνε τα χρόνια, του αλόγου, του βοδιού και του σκύλου.-

( 10 ) .- Ο Γάιδαρος και το αλάτι (Μύθοι Αισώπου)
Ήτανε μια φορά ένας χωρικός που είχε ένα γάιδαρο και τον χρησιμοποιούσε για να κάνει τις διάφορες δουλειές του. Επειδή ο γάιδαρός του ήταν πολύ χρήσιμος, τον αγαπούσε και τον περιποιόταν και, πολλές φορές, του συγχωρούσε και τα γαϊδουρινά του πείσματα. Μια μέρα, ο χωρικός φόρτωσε κοφίνια με αλάτι το γάιδαρο, και κίνησε να τα πάει στο διπλανό χωριό, όπου θα μπορούσε να τα πουλήσει. Όμως, για να φτάσουν σ' αυτό το χωριό, έπρεπε να περάσουν ένα ποτάμι.Καθώς λοιπόν το περνούσαν, ο γάιδαρος παραπάτησε και βούλιαξε μέσα στο νερό. Το αλάτι, όμως, μόλις βρέθηκε μέσα στο νερό, έλιωσε κι έτσι ο γάιδαρος σηκώθηκε πιο αλαφρός από μέσα.Ο χωρικός στενοχωρήθηκε πολύ που έχασε το αλάτι, αλλά ο γάιδαρος ήταν πολύ ευχαριστημένος.Μια άλλη μέρα, ο χωρικός φόρτωνε ξανά κοφίνια το γάιδαρο, αλλά, αυτή τη φορά, τα κοφίνια είχαν μέσα σφουγγάρια. Ο γάιδαρος νόμιζε πως θα μπορούσε να γλιτώσει και τώρα από το φορτίο του και έτσι, την ώρα που περνούσαν ξανά από το ποτάμι, έκανε πως γλίστρησε και βούλιαξε ξανά μες το νερό.Όμως τα σφουγγάρια ήπιαν νερό και βάρυναν, κι έτσι ο γάιδαρος δεν μπόρεσε να βγει στην επιφάνεια και πνίγηκε.-

( 11 ) .- Η Χελώνα που ήθελε να πετάξει (Μύθοι του Αισώπου)
Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε στην αυλή ενός χωριάτικου σπιτιού µια χελώνα, που είχε έναν µεγάλο καηµό. Ήθελε να πετάξει στον ουρανό όπως τα πουλιά. - Τι κατάρα είναι αυτή! έλεγε κάθε τόσο αναστενάζοντας. Σέρνω µέρα και νύχτα αυτό το βαρύ καβούκι και είµαι καρφωµένη πάνω στη γη. Αχ, να 'µουνα κι εγώ ένα πουλάκι, να είχα φτερά και να πετούσα! Πώς ζηλεύω τις πάπιες της αυλής που όταν θέλουν πετούν και βλέπουν τον κόσµο από ψηλά. Μια µέρα δυο πάπιες άκουσαν το παράπονο της και τη λυπήθηκαν. - Θέλεις στ' αλήθεια να πετάξεις, κυρα - χελώνα; τη ρώτησαν.- Αν θέλω; απάντησε η χελώνα.Από τη χαρά της, η χελώνα, άφησε το ξύλο που κρατούσε µε τα δόντια.-Αυτό είναι το πιο µεγάλο µου όνειρο. Να πετάξω µια φορά κι ας πεθάνω! που λέει ο λόγος. Αλλά, πώς; - Υπάρχει ένας τρόπος, της είπε η µια πάπια. Να δαγκώσεις σφιχτά αυτό το ξύλο, εγώ και η αδελφή µου θα πιάσουµε µε τα ράµφη µας τις δυο άκρες και θα σε πάρουµε µαζί µας.- Ναι, ναι! φώναξε ενθουσιασµένη η χελώνα. Ωραία ιδέα! Εµπρός, ας µην αργούµε! Και βιάστηκε να δαγκώσει το ξύλο. Το έπιασαν και οι πάπιες µε τα ράµφη τους, τίναξαν τα φτερά τους και πέταξαν ψηλά, κουβαλώντας τη χελώνα µαζί τους. Το πόσο χαιρόταν η χελώνα, δε λέγεται! Τι όµορφα ήταν εδώ ψηλά! Επιτέλους είχε πραγµατοποιήσει το µεγάλο όνειρο της! Πετούσε! Όµως, µέθυσε τόσο πολύ από τη χαρά της και για µια στιγµή πίστεψε ότι θα µπορούσε να πετάξει και µόνη της! Έτσι, η κουτή, άφησε το ξύλο που κρατούσε µε τα δόντια της και, φυσικά, µε το µεγάλο βάρος που είχε, έπεσε στη γη και σκοτώθηκε.Αυτό το παραμύθι μας διδάσκει ότι το κάθε πλάσμα πρέπει να είναι ευχαριστημένο με τη μορφή που του έδωσε ο Θεός και να μη ζηλεύει τα άλλα πλάσματα.-

( 12 ) .- Ο Κάβουρας κι η Αλεπού (Μύθοι Αισώπου)
Ζούσε, κάποτε, ένας κάβουρας σε μιαν ακρογιαλιά.Ήταν πολλά καβούρια σε εκείνη την ακρογιαλιά, που ζούσαν ανάμεσα στους βράχους και στα φύκια και, καμιά φορά, έβγαιναν για λίγο στην αμμουδιά, ως εκεί που έφτανε το κύμα της θάλασσας, κι έπειτα ξαναγυρνούσαν στις φωλιές τους.Εκεί, ανάμεσα στα βράχια και στα φύκια, που πότε τα σκέπαζε και πότε τα ξεσκέπαζε η θάλασσα, ζούσαν όλα μαζί τα καβούρια., έτρωγαν, έπαιζαν, κοιμόντουσαν. Κι εκεί στις πιο βαθιές σπηλίτσες, ή κάτω από βραχάκια, που σχημάτιζαν κουφάλα, κρύβονταν όταν τα απειλούσε κάποιος κίνδυνος. Αλλ' αυτός ο κάβουρας είχε βαρεθεί να ζει όπως τα άλλα τα καβούρια. Όταν ανέβαιναν στην ακρογιαλιά και τα άλλα έτρεχαν να ξαναπέσουν στο νερό, αυτός αργοπορούσε και καμιά φορά προχωρούσε λίγα μέτρα στην αμμουδιά, γιατί ήθελε να δει πώς είναι ο κόσμος της στεριάς.Τέλος, μια μέρα, αποφάσισε να μην ξαναγυρίσει στη θάλασσα.Προχώρησε ως την αμμουδιά, ώσπου βρήκε ένα ποταμάκι που κυλούσε ανάμεσα στις πέτρες και ανέβηκε στην κοίτη του ποταμού για να δει τι είναι πιο πέρα.Έφτασε, έτσι, σ' ένα δάσος και παραξενεύτηκε γιατί ποτέ στη ζωή του δεν είχε δει δέντρα και στην αρχή, νόμισε πως είναι κατάρτια καραβιών.Αλλά καθώς προχωρούσε θαυμάζοντας αυτά που έβλεπε γύρω, τον είδε μια πεινασμένη αλεπού και πήδησε απάνω του για να τον φάει.«Καλά να πάθω!», είπε μέσα του ο καημένος ο κάβουρας. «Αφού ήμουνα θαλασσινός, τι γύρευα στη στεριά;» .-

( 13 ) .- Η γυναίκα και οι δουλειές (Μύθοι του Αισώπου)
Ζούσε κάποτε μια χήρα, που ήτανε πλούσια κι είχε δούλες. Είχε σπίτι μεγάλο και χωράφια κι ήτανε τόσο εργατική ώστε μόλις λαλούσε ο πετεινός της, σηκωνότανε από το κρεβάτι της, ξυπνούσε και τις δούλες κι άρχιζε αμέσως τις δουλειές. Έπρεπε να συγυρίσουν το σπίτι, να ζυμώσουν, να ψήσουν ψωμί, να μαγειρέψουν, να ταΐσουν και τις κότες, να βγάλουν και την κατσίκα και τη γελάδα στο λιβάδι για να βοσκήσουν, να κουβαλήσουν το ψωμί και το φαγητό σε εκείνους που δούλευαν στα χωράφια. Οι δουλειές ήταν αμέτρητες κάθε μέρα κι οι δούλες βαρυγκωμούσαν, - Δεν είναι κατάσταση αυτή, έλεγαν. - Θα πεθάνουμε στα πόδια μας. - Μας ξυπνάει προτού καλά-καλά χαράξει. - Μόλις λαλήσει εκείνος ο καταραμένος ο πετεινός της. Μια δούλη είπε τότε στις άλλες. - Εκείνος ο πετεινός της τα φταίει όλα. Αν δεν λαλούσε, νύχτα ακόμα, εμείς θα κοιμόμαστε ως το πρωί. - Πετεινός είναι, θα λαλήσει. Πώς θα τον εμποδίσουμε; - Να τον πνίξουμε, πρότεινε μια δούλα. Οι άλλες βρήκαν σωστή τη συμβουλή της και, το ίδιο βράδυ μπήκαν κρυφά στο κοτέτσι κι έπνιξαν τον πετεινό. Αλλά βγήκε χειρότερα γι' αυτές. Γιατί, η χήρα, τώρα που δεν είχε τον πετεινό της να την ξυπνάει με το λάλημά του ξυπνούσε πολύ πιο νωρίς, γιατί φοβότανε μήπως δεν προφτάσει τις δουλείες της και ξυπνούσε, από εκείνη την ώρα και τις δούλες της.-

( 14 ) .- Ο Γεωργός και τα Παιδιά του (Άισώπου μύθοι)
Κάποτε ένας γεωργός αρρώστησε βαριά. Κάθε μέρα που περνούσε όλο και χειροτέρευε. Τότε κατάλαβε ότι πλησιάζει το τέλος του και κάλεσε κοντά του τους δύο γιους του , που ήταν δυνατά και γεροδεμένα παλικάρια , αλλά είχαν ένα μεγάλο ελάττωμα : την τεμπελιά.Έτσι με αδύνατη και κουρασμένη φωνή τους είπε : - Παιδιά μου εγώ τώρα φεύγω απ' αυτόν τον κόσμο και αφήνω στα χέρια σας ότι έχω. Εγώ δούλεψα όσο μπορούσα. Τώρα είναι η σειρά σας να δουλέψετε για να μη χαθούν όλα αυτά που θα σας αφήσω. Μέσα στο αμπέλι λοιπόν σας έχω αφήσει όλη μου την περιουσία. Τον θησαυρό τον έχω κρύψει πολύ καλά αλλά αξίζει τον κόπο που θα κάνετε για να τον βρείτε γιατί θα σας κάνει πλούσιους. Προσέξτε όμως καλά. Θα είναι δικός σας μόνο αν τον βρείτε χωρίς να χαλάσετε τα κλήματα από το αμπέλι. Και κάτι ακόμα : να τον μοιράσετε δίκαια....Και μ' αυτά τα λόγια αποχαιρέτησε τα παιδιά του.Τα παιδιά πέρασαν μέρες λύπης . Τα τελευταία λόγια του πατέρα τους ερχόταν συνέχεια στο μυαλό τους.Έτσι ένα ωραίο πρωινό στις αρχές της άνοιξης πήραν από ένα τσαπί κι από ένα κλαδευτήρι και τράβηξαν κατά το αμπέλι.Όταν έφτασαν λοιπόν στο αμπέλι κοίταξαν ολόγυρα πολλή ώρα. Κανένα όμως σημάδι δεν έδειχνε πως εκεί μπορούσε να είναι ο θησαυρός.-Νομίζω ότι πρέπει να σκάψουμε βαθιά όλο το αμπέλι. Έτσι όπου και να βρίσκεται θα τον βρούμε είπε ο ένας.-Να μη χάνουμε λοιπόν καιρό , είπε ο δεύτερος.Με τις τσάπες τους έσκαβαν βαθιά στο χώμα και το αναποδογύριζαν.-Τα κλαδιά μας εμποδίζουν , είπε ο ένας. -Ας τα κλαδέψουμε είπε ο άλλος. Συνεχίζοντας έτσι έφτασαν στο τέλος. Έσκαψαν και την τελευταία πιθαμή αλλά ο θησαυρός πουθενά ! Απογοητευμένοι γύρισαν στο σπίτι τους... Πέρασε καιρός ήρθε το Καλοκαίρι και στη συνέχεια το Φθινόπωρο . Ήταν η εποχή να τρυγήσουν και τα δύο αδέλφια ξεκίνησαν πάλι για τ' αμπέλι . Μα εκεί , με μεγάλη έκπληξη είδαν τις βέργες με τόσα πολλά σταφύλια που ακουμπούσαν τη γη ! Άρχισαν με χαρά να κόβουν τα σταφύλια , να γεμίζουν τα κοφίνια και να τα σωριάζουν στα πατητήρια. Η σοδιά του αυτό το χρόνο ήταν... θησαυρός! Πουλούσαν τα σταφύλια και άλλα τα έκαναν κρασί και το πουλούσαν κι αυτό. Κι έπαιρναν χρήματα , τα σώριαζαν πάνω στο τραπέζι και τα μοίραζαν δίκαια, όπως τους είχε πει ο πατέρας τους. Έτσι θησαυρό μπορεί να μη βρήκαν, όμως οι κόποι τους ξεπληρώθηκαν με το παραπάνω!

( 15 ) .- Το Λιοντάρι και το Ποντίκι (Αισώπου μύθοι)
Μια φορά ένα λιοντάρι κοιμότανε στη σπηλιά του. Είχε φάει αποβραδίς, ένα βόδι ολόκληρο, είχε πιεί μπόλικο νερό και τώρα είχε βυθιστεί στον ύπνο κι έβλεπε όνειρα λιονταρίσια.Ξαφνικά, ένιωσε στον ύπνο του πως κάτι το γαργαλούσε, σαν να περπατούσε κάποιος - πολύ ελαφρά είν' αλήθεια - πάνω στο κορμί του. Άνοιξε τα μάτια του και τι να δει: ήταν ένα ποντίκι!Θύμωσε τότε το ποντίκι που ένα τόσο ταπεινό και μικρούλικο ζωάκι τόλμησε να του χαλάσει την ησυχία του κι αρπάζοντάς το με το πόδι του, ετοιμάστηκε να το χάψει. Αλλά το ποντίκι άρχισε να το παρακαλάει κλαίγοντας:- Άφησέ με βασιλιά μου να ζήσω κι εγώ μπορεί μια μέρα να σου ξεπληρώσω την καλοσύνη που θα μου κάνεις. Το λιοντάρι, που ήτανε πια χορτάτο και δεν μπορούσε να φάει ούτε έναν ποντικό, γέλασε με τα λόγια που άκουσε και είπε:- Σου χαρίζω τη ζωή, μόλο που ποτέ δε θα μπορούσες εσύ να με βοηθήσεις! Κάποτε όμως το λιοντάρι έπεσε σ' ένα λάκκο - παγίδα που είχαν ανοίξει κάποιοι κυνηγοί, κι εκείνοι του έδεσαν τα πόδια με χοντρά σκοινιά και το άφησαν για να πάνε στο χωριό τους να φέρουν κι άλλους ανθρώπους, να τους βοηθήσουν, για να το κουβαλήσουν, επειδή ήταν πολύ βαρύ.Ύστερα από λίγη ώρα, έτυχε να περνάει από εκεί ο ποντικός και άκουσε βογκητά.Κατέβηκε τότε στο λάκκο, είδε το δεμένο λιοντάρι και το γνώρισε. - Κάποτε μου χάρισες τη ζωή, του είπε. Τώρα θα σου ξεπληρώσω την καλοσύνη σου και θα σε ελευθερώσω. - Εσύ θα με ελευθερώσεις; Ρώτησε απορώντας το λιοντάρι. Πώς είναι δυνατό; - Τώρα θα δεις είπε το ποντίκι. Κι άρχισε, με τα σουβλερά του δόντια, να ροκανίζει τα χοντρά σκοινιά, που έδεναν τα πόδια του λιονταριού.Ύστερα από τρεις-τέσσερις ώρες, τα σκοινιά ήταν κομμένα και το λιοντάρι μπόρεσε, μ' ένα πήδημα, να βγει από το λάκκο - παγίδα.Δεν έφυγε όμως αμέσως, γιατί περίμενε να σκαρφαλώσει και το ποντίκι απάνω, μια που κι αυτό δεν μπορούσε να βγει μ' ένα πήδημα. -Σ' ευχαριστώ πολύ! Του είπε συγκινημένο το λιοντάρι. -Σου είχα υποσχεθεί πως θα ξεπλήρωνα την καλοσύνη που μου έκανες, και κράτησα την υπόσχεσή μου, αποκρίθηκε το ποντίκι. Τότε γέλασες μαζί μου, γιατί δεν πίστευες πως εγώ, ένα μικρό και αδύνατο ποντίκι, θα μπορούσα να βοηθήσω εσένα, το βασιλιά των αγριμιών. Πρέπει να ξέρεις, όμως, πως κι οι πιο αδύνατοι μπορούν να ξεπληρώσουν το καλό που κάνουν οι δυνατότεροί τους.-

( 16 ) .- Το Λιοντάρι, ο Κυνηγός και ο Λοτόμος (Αισώπου μύθοι)
Μια φορά ένας κυνηγός, ξεκίνησε να κυνηγήσει ένα λιοντάρι, που του είχε κάνει μεγάλες ζημιές, γιατί είχε μπει νύχτα στα κτήματά του και του είχε κατασπαράξει βόδια κι άλογα. Κίνησε λοιπόν χαράματα, οπλισμένος να εξοντώσει εκείνο το αγρίμι που του έκανε τόσες καταστροφές.Έξω από το κτήμα του, βρήκε εύκολα τα χνάρια του θηρίου. Στην αρχή, ήτανε μια πλατιά, ματωμένη γραμμή, που έδειχνε πως το λιοντάρι έσερνε στο χώμα τα θύματά του, που τα είχε σκοτώσει πια.Έπειτα, σε μια πλαγιά, βρήκε κόκαλα από τα ζώα που είχε χάσει: εκεί θα είχε καθίσει το αγρίμι για να τα ξεκοκαλίσει με την ησυχία του.Τα χνάρια του λιονταριού διακρίνονταν τώρα καθαρά πάνω στο χώμα: τα πόδια του ήταν καταματωμένα, καθώς τα είχε βουτήξει μέσα στα σπλάχνα των θυμάτων του, την ώρα του τα ‘τρωγε κι έτσι, στο χώμα, διακρίνονταν καφετιές οι βαριές πατημασιές του.Ο κυνηγός τις ακολούθησε, ώσπου έφτασε σε μια πηγή. Εκεί το λιοντάρι θα στάθηκε για να σβήσει τη δίψα του και, φλογισμένο καθώς ήταν από το πολύ φαγητό, θα χώθηκε ολόκληρο στην πηγή, γιατί, από κει και πέρα, δεν διακρίνονταν πια καφετιά σημάδια στο χώμα.Ωστόσο, ο κυνηγός ακολούθησε τα χνάρια του λιονταριού λίγο διάστημα κι έπειτα τα 'χασε, γιατί ο τόπος ήταν όλο πέτρες. Είχε μπει πια μέσα στο δάσος και τώρα του ήτανε πολύ δύσκολο ν' ανακαλύπτει τα λιγοστά ίχνη, που άφησε στο πέρασμά του το θηρίο: καμιά πατημασιά σε μέρος που υπήρχε χώμα, καμιά μακριά τρίχα από τη χαίτη του, που είχε κολλήσει πάνω σε πέτρα.Προχωρώντας, έτσι, ο κυνηγός έφτασε σ' ένα μέρος όπου κάποιος λοτόμος έκοβε δέντρα.-Καλημέρα! Του είπε ο λοτόμος. -Καλημέρα. - Σε βλέπω οπλισμένο βαριά. Είσαι κυνηγός; - Ναι. Ένα λιοντάρι, που μου ‘φαγε άλογα και βόδια. Παρακολουθώ τα χνάρια του από το πρωί, αλλά τα έχασα γιατί είναι πετρότοπος και δεν φαίνονται καθαρά. Μήπως είδες εσύ τίποτε αχνάρια λιονταριού; - Αχνάρια δεν είδα γιατί δεν κοίταξα. Ξέρω όμως πού είναι η σπηλιά όπου μένει το λιοντάρι. Θέλεις να σου την δείξω; - Όχι, όχι, σ' ευχαριστώ, βιάστηκε να του πει ο κυνηγός. Εγώ τα χνάρια του λιονταριού σου ζήτησα να μου δείξεις, κι όχι τη σπηλιά του. Κι έφυγε κατατρομαγμένος, σαν να ‘βλεπε μπροστά του το ίδιο το λιοντάρι. Γιατί ο κυνηγός, εδώ που τα λέμε, ήτανε θρασύδειλος κι ένας θρασύδειλος παριστάνει το παλικάρι μόνο όταν δεν υπάρχει πραγματικός κίνδυνος.-

( 17 ) .- Ο βασιλιάς και το αλάτι
Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν ένας μεγάλος βασιλιάς που είχε τρεις γιους και τους αγαπούσε πολύ. Μια μέρα αποφάσισε να δει πόσο τον αγαπούσαν κι εκείνοι. Φώναξε λοιπόν τον καθένα και τον ρώτησε πόσο τον αγαπάει. "Σ' αγαπώ όσο αγαπώ το χρυσάφι και τα κοσμήματα", είπε ο πρώτος γιος και ο βασιλιάς ευχαριστήθηκε πολύ. "Σ' αγαπώ όσο αγαπώ τα λεφτά", είπε ο δεύτερος γιος και πάλι ο βασιλιάς ευχαριστήθηκε πολύ. "Σ' αγαπώ όσο αγαπώ το αλάτι", είπε ο τρίτος γιος. Ο βασιλιάς τότε θύμωσε πολύ και έδιωξε τον τρίτο γιο από το παλάτι. Εκείνος περιπλανήθηκε σε πόλεις και χωριά, έκανε πολλές δουλειές και κατάφερε με την εξυπνάδα του να γίνει βασιλιάς σε μια άλλη πολιτεία. Τα χρόνια πέρασαν, ο πατέρας του είχε πια γεράσει πολύ και είχε σχεδόν ξεχάσει τον τρίτο του γιο. Εκείνος όμως πάντα θυμόταν τον πατέρα του και τον άδικο διωγμό του από το παλάτι, αλλά δεν του κρατούσε κακία. Έτσι, μια μέρα αποφάσισε να κάνει ένα γιορταστικό τραπέζι και κάλεσε σ' αυτό βασιλιάδες από κοντά κι από μακριά. Ανάμεσά τους ήταν και ο πατέρας του. Το τραπέζι ήταν πολύ πλούσιο. Είχε όλων των ειδών τα φαγητά, τα φρούτα και τα γλυκά. Μόνο που όλα τα φαγητά ήταν ανάλατα. Έτσι είχε συμφωνήσει ο τρίτος γιος με το μάγειρα. Όταν όλοι κάθισαν στο γιορτινό τραπέζι, ο βασιλιάς πατέρας του πήρε το πιρούνι και άρχισε να τρώει. Με τις πρώτες όμως πιρουνιές παραπονέθηκε ότι το φαγητό δεν είχε καθόλου αλάτι και σταμάτησε να τρώει. Καθόταν περίλυπος μπροστά σ' αυτό, το τόσο πλούσιο... με άγευστα φαγητά τραπέζι. Τότε ο τρίτος του γιος, που στεκόταν δίπλα του, αλλά ο γερο-βασιλιάς δεν είχε αναγνωρίσει, γύρισε και του είπε: "Πατέρα, όταν πριν από πολλά χρόνια σου είπα ότι σ' αγαπώ όσο το αλάτι, με έδιωξες από το παλάτι σου. Τώρα, γιατί είσαι τόσο λυπημένος επειδή δεν μπορείς να φας το ανάλατο φαγητό σου;". Ο γερο-βασιλιάς, έκπληκτος, αναγνώρισε το γιο του και κατάλαβε το λάθος του. "Συγνώμη, γιε μου, ήμουν τόσο άδικος μαζί σου..." του είπε. Τότε ο γιος αγκάλιασε τον πατέρα του και ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα...

( 18 ) .- Γραμμένο από μια οχτάχρονη συγγραφέαΣυγχαρητήρια
Η Ρούλα και η Σταμάτεια (Ασπασία Παλληκαρίδου, 8 ετών - Φλώρινα 2009)
Μια φορά και έναν καιρό σε έναν πολυσύχναστο δρόμο της Κίτρινης Πόλης ζούσαν δύο άσπονδες φίλες
: η Ρούλα -από το Γρηγορούλα- και η Σταμάτεια. Κατοικούσαν μόνιμα στο ίδιο φανάρι και προειδοποιούσαν τους πεζούς διερχόμενους για το αν έρχονται ή όχι αυτοκίνητα. Κι ενώ ήταν ολόιδιες, είχαν και σημαντικές διαφορές, τόσο στην εμφάνιση όσο και στο χαρακτήρα.Η Ρούλα ήταν στρογγυλή και φορούσε ένα καταπράσινο φόρεμα. Πάντοτε βιαστική και αυστηρή φώναζε με την τσιριχτή φωνή της:- Εμπρός, γρήγορα, περάστε, πριν έρθουν τα αυτοκίνητα και σας χτυπήσουν.- Άντε κοριτσάκι, μη στέκεσαι.- Γρήγορα σκυλάκι, θα σε πατήσουν.- Α, αν δεν ήμουν εδώ, σκεφτόταν, τι θα γινόταν με όλους αυτούς τους απρόσεκτους ανθρώπους; Σίγουρα θα τους πατούσαν τα αυτοκίνητα. Θα πρέπει να με ευγνωμονούν...Η Σταμάτεια από την άλλη πλευρά ήταν πάντα νωχελική και νυσταγμένη. Ήταν ντυμένη με ένα κατακόκκινο φόρεμα και μιλούσε ευγενικά μα πάρα πολύ αργά:- Παρακαλώ σταματήστε. Τώρα πρέπει να περιμένετε γιατί θα περάσουν τα αυτοκίνητα.- Ααχ, λίγο ακόμα παρακαλώ. Μανούλα, κράτα το μωράκι σου να μη βγει στο δρόμο.- Περίμενε γιαγιάκα. Θα σου πω εγώ πότε να ξεκινήσεις. Α, να ένας κύριος. Βοηθάτε παρακαλώ, κύριε, την καημένη τη γιαγιούλα; Ευχαριστώ πολύ.
Στα διαλείμματα της δουλειάς τους, δηλαδή όταν δεν περνούσε κόσμος από εκεί, οι δύο φίλες μιλούσαν μεταξύ τους: πότε «ευγενικά»:Ρ: Γλυκιά μου, πώς τα πας: Πολύ κόκκινη είσαι σήμερα. Μήπως έχεις πυρετό; Εγώ ενδιαφέρομαι για σένα. Μήπως να σου φέρουμε γιατρό; Δε μιλάς σήμερα.Σ: Εγώ, μια χαρά είμαι. Εσύ κοντεύεις να τρελλαθείς από τη βιασύνη σου. Αν δεν είχες εμένα τι θα έκανες!
...και πότε όχι τόσο «ευγενικά»:Ρ: Άντε, κοκκινομουρίτσα, ακόμα κρατάς τον κόσμο; Άστους να πάνε στη δουλειά τους. Είσαι αργόσχολη, βαρετή και χαζή!Σ: Εσύ είσαι πράσινη από την κακία σου και επικίνδυνη. Δεν ξέρεις ότι τα αυτοκίνητα δεν σταματούν εύκολα και μπορεί να χτυπήσει κανείς; Ανόητη, δεν σου ξαναμιλάω!
Μια μέρα πέρασε από το δρόμο ένα μικρό κοριτσάκι, όμορφο, εξυπνούλικο και πολύ ζωηρό. Είχε χάσει το δρόμο του και ήταν λυπημένο. Όταν είδε το φανάρι σταμάτησε και το κοίταξε σκεφτική.Ρ: Τι κοντοστέκεσαι μικρό κοριτσάκι; Δε βλέπεις πώς λάμπει το πράσινο χρώμα μου; Άντε πέρνα λοιπόν...- Μα πού να πάω; Ρώτησε το κοριτσάκι. Έχασα το δρόμο μου και φοβάμαι πολύ.Σ: Πώς σε λένε καλό μου κοριτσάκι; Ρώτησε τότε η Σταμάτεια που μόλις είχε ανάψει την κόκκινη φορεσιά της.- Με λένε Ασπασάκι, απάντησε το κοριτσάκι. Σ: Και πού πηγαίνεις;- Πηγαίνω στον παιδικό σταθμό. Έχουμε σήμερα αποκριάτικη γιορτούλα.Σ: Γι΄ αυτό είσαι τόσο ωραία ντυμένη; Τι είσαι αλήθεια;- Χιονάτη. Ντύθηκα την αγαπημένη μου πριγκίπισσα των παραμυθιών. Φοβάμαι όμως ότι χάθηκα. Είπε το Ασπασάκι και ένα δάκρυ κύλησε από τα όμορφα μάτια του.Ρ: Γιατί κλαις μυξιάρικο; Δεν ξέρεις ότι τα παιδάκια δεν κυκλοφορούν μόνα τους στο δρόμο; Πού είναι η μαμά ή ο μπαμπάς σου;Σ: Πάψε να μιλάς έτσι άκαρδη. Στενοχωρείς το Ασπασάκι.- Έχει δίκιο η Ρούλα, κλαψούρισε το Ασπασάκι. Έφυγα από το σπίτι κρυφά, γιατί νόμιζα ότι μπορούσα μόνη μου να βρω το σχολείο μου και να, που τώρα χάθηκα και μου λείπει το σπίτι μου. Θέλω το μπαμπά μου!!. Έσκουξε τώρα πια το μικρό παιδάκι.Σ: Σίγουρα θα σε ψάχνει η μαμά σου. Μείνε μαζί μας για λίγο. Μπορεί να έρθει να σε βρει. Α, να η δασκάλα του παιδικού, η κυρία Μαρίνα. Κυρία δασκάλα, το βλέπετε το Ασπασάκι; Μπορείτε να το πάρετε γιατί χάθηκε και να ειδοποιήσετε τους γονείς του που θ' ανησυχούν;- Και βέβαια, είπε η καλή δασκάλα και αγκάλιασε το κοριτσάκι που σταμάτησε αμέσως να κλαίει. Μόνο θέλω μια χάρη, Ασπασάκι μου.- Ό,τι θέλεις κυρία. Και σε ευχαριστώ που βρέθηκες εδώ.- Θέλω, τώρα που θα πάμε στο σχολείο, να διηγηθείς σε όλα τα παιδιά το πάθημά σου για να τους γίνει μάθημα.- Ω ναι, θα τους πω ποτέ να μη φεύγουν από τους γονείς τους και πάντα να προσέχουν στο δρόμο. Να σταματούν στο φανάρι και να υπακούν στη Ρούλα και στη Σταμάτεια. Από σήμερα έχω δυο καινούργιες φίλες. Θα πω σε όλα τα παιδιά τα χαρίσματά τους και...θα ήθελα κι εγώ μια χάρη κυρία.- Τι, κοριτσάκι μου; - Να έρθουμε μια μέρα όλοι μαζί για να γνωρίσουν και τα άλλα παιδιά τη Ρούλα και τη Σταμάτεια. Σίγουρα θα είναι πολύ χρήσιμη η γνωριμία μαζί τους.- Εντάξει, απάντησε η δασκάλα, έσκυψε και αγκάλιασε το κοριτσάκι. Τότε η Ρούλα ξέσπασε σε ένα δυνατό χειροκρότημα, ενώ η Σταμάτεια δεν έκρυψε ένα ζεστό δάκρυ που λαμπύρισε στο κατακόκκινο πρόσωπό της.
Ο Σταμάτης και ο Γρηγόρης, - τα φανάρια των αυτοκινήτων -, χαμογελούσαν και χαιρετούσαν το μικρό κοριτσάκι, που σαν τη Χιονάτη των παραμυθιών είχε χάσει το δρόμο της, όχι στο δάσος αλλά στον αυτοκινητόδρομο και που η αγάπη των καλών ανθρώπων και η αγνή καρδούλα της την έσωσαν για άλλη μια φορά.-

( 19 ) .- Παραμύθια του κόσμου
Η μικρή ρωγμή
Μια φορά και έναν καιρό...ένας Σουλτάνος έχτισε ένα παλάτι στην καρδιά της ερήμου. Έφερε εργάτες και όλα τα αναγκαία υλικά ξοδεύοντας 100.000 δηνάρια. Το παλάτι ήταν υπέροχο με χρυσούς και αργυρούς τρούλους και πυργίσκους, με καταπράσινους κήπους και σιντριβάνια, καρποφόρα δέντρα και πουλιά. Τα δωμάτια ήταν επιπλωμένα και διακοσμημένα με μεγάλη χλιδή αλλά και καλό γούστο.
Όταν ήταν τελειωμένο πια κάλεσε τους βεζίρηδές του, τους άρχοντες και τους μεγιστάνες του για τα εγκαίνια. Ήρθαν όλοι φέρνοντας δώρα για τη γιορτή. Ο Σουλτάνος, αφού τους ξενάγησε παντού δείχνοντας όλες τις ομορφιές του παλατιού του, τους έβαλε να καθίσουν μαζί του σε μια αίθουσα για να φάνε και να πιούνε. Τους ρώτησε όλους να πούνε τη γνώμη τους -κατά πόσο υπήρχε κάποια λεπτομέρεια, κάποια παράλειψη που να χρειαζόταν διόρθωση. Όλοι μίλησαν με εγκωμιαστικά λόγια και κανείς δεν ανέφερε κανένα ελάττωμα, κανένα ψεγάδι.
Μόνο ένας γέροντας ιερωμένος δεν έλεγε τίποτα ωσότου τελικά ο Σουλτάνος τον πίεσε και αυτόν να μιλήσει. «Σουλτάνε μου», του είπε με σεβασμό, «χίλια να 'ναι τα χρόνια σου για κάθε μέρα μου, όμως υπάρχει ένα μικρό ελάττωμα, μια μικρή ρωγμή, στο οικοδόμημά σου. Αν δεν υπήρχε αυτή η ρωγμή το παλάτι σου θα ήταν ανώτερο και από τον παράδεισο.»
«Δε βλέπω καμιά ρωγμή, καμιά παράλειψη!», είπε οργισμένος ο Σουλτάνος. «Εσύ δεν ξέρεις τίποτα από αρχιτεκτονική και προσπαθείς τώρα να κάνεις επίδειξη με ανοησίες.»
«Έχεις δίκιο, πολυχρονεμένε μου! Εγώ δεν ξέρω τίποτα από αρχιτεκτονική, μα η ρωγμή υπάρχει. Όλοι την έχουν αμελήσει και κανείς δεν μπορεί να τη διορθώσει. Δεν τη βλέπετε λόγω της αλαζονείας σας. Μιλώ για τη ρωγμή μέσα από την οποία έρχεται ο άγγελος του Θανάτου, ω Σουλτάνε μας! Τι γίνεται όταν έρθει εκείνος; Ποιος θα τον σταματήσει; Δεν υπάρχει καμιά τέχνη που να κάνει άφθαρτο το φθαρτό, ούτε πλούτος που να φράξει τη ρωγμή εκείνη. Γι αυτό Σουλτάνε μου μη στηρίζεις την ευτυχία σου σε αυτά τα πράγματα και μην αφήνεις την υπερηφάνεια να σε τυφλώνει.».-

( 20 ) .- Ινδιάνικος Μύθος
Η πεταλούδα
Κάποια μέρα ο Δημιουργός, ξεκουραζόταν και καθισμένος κοιτούσε μερικά παιδιά που έπαιζαν σε ένα χωριό, γελώντας και τραγουδώντας.
Καθώς τα κοιτούσε άρχισε να σκέφτεται ότι τα παιδιά αυτά κάποια στιγμή θα γεράσουν. Το δέρμα τους θα ζαρώσει. Τα μαλλιά τους θα γκριζάρουν. Τα δόντια τους θα πέσουν. Τα αξιολάτρευτα κοριτσάκια μεγαλώνοντας θα γίνουν άσχημες γριές γυναίκες. Αλλά ακόμα και τα παιχνιδιάρικα κουτάβια θα γίνουν γέρικοι, τυφλοί και ψωριάρικοι σκύλοι. Τα τόσο όμορφα λουλούδια θα μαραθούν. Κι αυτά τα φύλλα από τα δέντρα θα πέσουν και θα ξεραθούν.
Αυτά σκεφτόταν ο Δημιουργός και γινόταν όλο και πιο λυπημένος. Ήταν φθινόπωρο και η σκέψη του χειμώνα, που ακολουθούσε, του βάραινε την καρδιά. Ο καιρός βέβαια ήταν ακόμα ζεστός και ο ήλιος έλαμπε.
Ο Δημιουργός παρατήρησε το παιχνίδισμα του φωτός στο έδαφος και τα κίτρινα φύλλα που τα παρέσυρε ο άνεμος εδώ κι εκεί. Κοίταξε το γαλάζιο του ουρανού, το λευκό του καλαμποκάλευρου και ξαφνικά χαμογέλασε. Όλα αυτά τα χρώματα, σκέφτηκε, πρέπει να διατηρηθούν. Θα φτιάξω κάτι που θα με κάνει χαρούμενο, κάτι που θα το βλέπουν τα παιδιά και θα διασκεδάζουν.
Έτσι ο Δημιουργός πήρε την τσάντα του και άρχισε να μαζεύει χρώματα: μια ηλιαχτίδα, μια χούφτα μπλε του ουρανού, λευκό από το καλαμποκάλευρο, λίγη σκιά από τα παιδιά που έπαιζαν, μαύρο από τα όμορφα μαλλιά ενός κοριτσιού, κίτρινο από τα φύλλα που έπεφταν, πράσινο από τις πευκοβελόνες, κόκκινο, μωβ και πορτοκαλί από τα λουλούδια.
Αφού τα έβαλε όλα αυτά, στην τσάντα του, πρόσθεσε και τα τραγούδια των πουλιών.Τότε περπάτησε ως το σημείο που έπαιζαν τα παιδιά και τους είπε: - Παιδιά, αυτό είναι για εσάς, τους έδωσε την τσάντα και συνέχισε - Ανοίξτε το, υπάρχει κάτι όμορφο μέσα.Τα παιδιά άνοιξαν την τσάντα και τότε εκατοντάδες πολύχρωμες πεταλούδες ξεχύθηκαν έξω από αυτήν, πέταξαν χορεύοντας γύρω από τα παιδιά, κάθισαν λίγο στα μαλλιά τους και ξανασηκώθηκαν πετώντας κατά κύματα από το ένα λουλούδι στο άλλο. Τα παιδιά γοητευμένα από το θέαμα, είπαν ότι δεν είχαν ξαναδεί κάτι τόσο όμορφο. Τότε οι πεταλούδες άρχισαν να τραγουδάνε, ενώ τα παιδιά τις χάζευαν χαμογελώντας.
Καθώς γίνονταν όλα αυτά, ένα πουλί ήρθε πετώντας και κάθισε στον ώμο του Δημιουργού, λέγοντας του: - Δεν είναι σωστό, που έδωσες τα τραγούδια μας σε αυτά τα όμορφα νέα πλάσματα. Όταν μας δημιούργησες, μας είπες ότι κάθε πουλί θα έχει το τραγούδι του. Τώρα έδωσες και αλλού αυτά τα τραγούδια. Δεν είναι αρκετό που έδωσες στα πλάσματα αυτά, τα χρώματα του ουράνιου τόξου;- Έχεις δίκιο», είπε ο Δημιουργός «έδωσα σε κάθε πουλί από ένα τραγούδι και δεν έπρεπε να σας πάρω ότι σας ανήκει».
Έτσι πήρε πίσω τα τραγούδια από τις πεταλούδες και γι' αυτό από τότε εκείνες είναι σιωπηλές. - Ακόμα και έτσι είναι όμορφες!

( 21 ) .- Παραδοσιακό παραμύθι
Ο γάμος της Ποντικούλας
Μια φορά κι έναν καιρό ήταν μια οικογένεια ποντικών. Ο μπαμπάς ο πόντικας, η μαμά η ποντικίνα και η μοναχοκόρη τους η ποντικούλα. Τέτοια όμορφη ποντικούλα δεν υπήρχε πουθενά! Ο πόντικας και η ποντικίνα μεγάλωσαν την κόρη τους όσο καλύτερα μπορούσαν και όταν μεγάλωσε για τα καλά, αποφάσισαν να την παντρέψουν.Με ποιόν όμως; Ήθελαν τον καλύτερο!- Ποιος είναι ο καλύτερος; Σκέφτηκαν, σκέφτηκαν και τελικά τον βρήκαν! - Ο ήλιος, είπαν και οι δυο μαζί, και έτριψαν τα μουστάκια τους ευχαριστημένοι.Ετοιμάστηκαν την άλλη μέρα και ξεκίνησαν να βρουν τον ήλιο. Περπάτησαν, περπάτησαν και κάποτε έφτασαν στο παλάτι του ήλιου. Εκείνος τους καλοδέχτηκε και τους ρώτησε για το σκοπό της επίσκεψής τους.- Να, του είπαν, έχουμε μια πολύ καλή και όμορφη κόρη, την ποντικούλα μας. Είναι καιρός να την παντρέψουμε και σκεφτήκαμε εσένα για γαμπρό, γιατί είσαι ο καλύτερος.Ο ήλιος χαμογέλασε και είπε:- Ευχαριστώ για την τιμή που μου κάνετε, αλλά δεν είμαι εγώ ο καλύτερος.- Μα πώς; ρώτησαν γεμάτοι απορία ο πόντικας και η ποντικίνα. Αφού είσαι πιο ψηλά απ΄ όλους, βλέπεις όλον τον κόσμο, δίνεις ζωή σε όλα τα ζώα και τα φυτά της γης, όλοι σε αγαπούν και σε θαυμάζουν. Κανένας δεν μπορεί να σε νικήσει.- Και όμως κάνετε λάθος. Με νικάει το σύννεφο. Όταν μπαίνει μπροστά μου, τίποτα δεν μπορώ να κάνω.Δίκιο έχει, σκέφτηκαν οι ποντικοί. Χαιρέτησαν και έφυγαν.Την άλλη μέρα πήγαν και βρήκαν το σύννεφο, που ήταν γκρίζο και τεράστιο.Το σύννεφο τους καλωσόρισε και οι ποντικοί του είπαν το σκοπό της επίσκεψής τους.- Ο ήλιος μας είπε πως εσύ είσαι δυνατότερος από εκείνον και γι αυτό ήρθαμε σε σένα, αφού θέλουμε να παντρέψουμε την κόρη μας την ποντικούλα με τον καλύτερο και τον δυνατότερο.Το σύννεφο κουνήθηκε, άλλαξε σχήμα, έγινε πιο γκρίζο και είπε:- Μεγάλη η τιμή που μου κάνετε να παντρευτώ τη μοναχοκόρη σας, μα αφού θέλετε τον καλύτερο και τον δυνατότερο να ξέρετε ότι δεν είμαι εγώ αυτός.- Και ποιος είναι; ρώτησαν με απορία οι ποντικοί.- Είναι ο αέρας, απάντησε το σύννεφο. Όταν φυσάει με πηγαίνει όπου θέλει. Όσο κι αν αντισταθώ δεν καταφέρνω να τον νικήσω.- Δίκιο έχεις, είπαν οι ποντικοί και έφυγαν.Σε λίγες μέρες ετοιμάστηκαν και ξεκίνησαν για ένα μακρινό ταξίδι, πέρα μακριά, στη χώρα του αέρα.Κάποτε έφτασαν. Βρήκαν τον αέρα και του είπαν πως ήρθαν να του ζητήσουν να παντρευτεί την κόρη τους την ποντικούλα, αφού εκείνος είναι ο δυνατότερος απ΄ όλους.- Ευχαριστώ για την τιμή που μου κάνετε και ευχαρίστως θα παντρευόμουν την κόρη σας, αλλά, δυστυχώς, δεν είμαι ο δυνατότερος από όλους.- Δεν είσαι; και ποιος είναι;- Ελάτε μαζί μου, είπε ο αέρας και τους οδήγησε σε ένα ψηλό σημείο. Εκεί σταμάτησε, έδειξε μπροστά με το δάχτυλό του και είπε:- Δυνατότερος από μένα είναι αυτός εκεί ο ψηλός πύργος. Χρόνια και χρόνια προσπαθώ να τον γκρεμίσω και δεν τα ΄χω καταφέρει ακόμα. Φυσάω με όλη μου τη δύναμη και δεν κουνιέται ούτε ρούπι από τη θέση του. Αυτός είναι, λοιπόν, καλύτερος και δυνατότερος από μένα και αξίζει να παντρευτεί τη μοναχοκόρη σας.Οι ποντικοί χαιρέτησαν τον αέρα, τον ευχαρίστησαν και έφυγαν.Περπάτησαν, περπάτησαν και έφτασαν στον ψηλό πύργο.Στάθηκαν και τον κοίταζαν.- Πω, πω! Τι μεγάλος και ψηλός είναι! Σαν να ΄χε δίκιο ο αέρας. Βρήκαν, επιτέλους, το δυνατότερο και τον καλύτερο γαμπρό για την κόρη τους.Χαιρέτησαν τον πύργο και του είπαν γιατί τον επισκέφτηκαν.Ο πύργος γελώντας απάντησε:- Νομίζετε, αγαπητοί μου ποντικοί, ότι εγώ είμαι ο δυνατότερος απ΄ όλους; Πόσο λάθος κάνετε! Μάθετε, λοιπόν, πως δυνατότεροι απ΄ όλους είστε εσείς, οι ποντικοί. Ναι, καλά ακούσατε. Εσείς οι ποντικοί, ξανάπε ο πύργος και ο πόντικας και η ποντικίνα έμειναν να τον κοιτάζουν με το στόμα ανοιχτό από την έκπληξη.- Μα πώς; ρώτησαν.- Να, είπε ο πύργος. Εγώ μπορεί να είμαι μεγάλος και ψηλός, αλλά εσείς οι ποντικοί χρόνια τώρα σκάβετε και τρώτε τα θεμέλιά μου. Έχετε ανοίξει τόσο πολλές τρύπες που με δυσκολία κρατιέμαι όρθιος. Λίγο ακόμα να σκάψετε και θα γίνω ένας μεγάλος σωρός από πέτρες και χώματα.Αυτά είπε ο πύργος και οι ποντικοί κοιτάχτηκαν παραξενεμένοι και άφωνοι.Σε λίγο ευχαρίστησαν τον πύργο και γύρισαν στη φωλιά τους.Εκεί βρήκαν την ποντικούλα να τους περιμένει. Αγκαλιάστηκαν και αποφάσισαν ότι η αγαπημένη τους μοναχοκόρη έπρεπε να παντρευτεί έναν καλό και δυνατό ποντικό, αφού οι ποντικοί ήταν οι δυνατότεροι, οι καλύτεροι και οι πιο σπουδαίοι από όλους.Και πραγματικά σε λίγο καιρό η ποντικούλα παντρεύτηκε έναν όμορφο, νεαρό ποντικό, καφετί και μεγάλο, με στρογγυλά χαριτωμένα αυτάκια και με μια μακριά ουρά.Ήταν έξυπνος και αγαπούσε πολύ τη γυναίκα του την ποντικούλα.Όλοι ήταν χαρούμενοι και ευτυχισμένοι. Γλέντησαν και χόρεψαν στο γάμο.Σε λίγο καιρό είχαν και δυο παιδάκια, δυο μικρούς ποντικούληδες που πιο όμορφοι πουθενά στον κόσμο δεν υπήρχαν.Και ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα!

Παρόμοια θέματα
Παραμυθοεικόνες
Ο βασιλιάς με τα γαϊδουρινά αυτιά
Η μικρή ροδακινιά
Καλώς Ήλθατε στο paidika.gr
Άλογο & Σπουργίτης
Ο γνωστικός Βάτραχος
Ένας νοικοκύρης Τυφλοπόντικας
Ο παπάς, η αλεπού & ο γάιδαρος
Ο Γαβριήλ, ο μυλωνάς & η κυρά-Μαριώ
Γάτα, λιοντάρι & άνθρωπος
Πρωινό ντύσιμο
Η κουκουβάγια & η πέρδικα
Ο καλογιάννος
Η αλεπού & τα σύκα
Δυο κατσίκες
H ιστορία του Tσοπανάκου
Το παραμύθι της ελιάς
Τ' Αγνάντεμα
Θα σ΄αγαπώ ό,τι κι αν γίνει
To ποντικάκι που ήθελε να αγγίξει ένα αστεράκι
Η ιστορία του μικρού Ανδρέα
Νέο υλικό
Ο παππούς και ο χάρος
Ο Γεωργός και τα παιδιά του
Στο καταφύγιο της καφέ αρκούδας
Το μαγικό καράβι
Ο χορός του πηγαδιού
Ο Πιπιλογιάννης
Αγάπη
ο Ερημίτης
Ο Γιάννης ο Βλογημένος
Περί αγάπης
Ένα μικρό παραμύθι
Πώς οικονομεί τα πράγματα ο Θεός
Πλούτος, Ευτυχία και Αγάπη
Το Καλό και το Κακό
Το μάθημα του αλεπόπουλου
Ο ερωτευμένος Άνεμος
Μύθοι Αισώπου
Η κάμπια
Η Πίστη Της Αγάπης
Το υποτακτικό λιοντάρι
Πάνω στην κοπριά
Ο υπηρέτης που δε συγχωρούσε
Αβραάμ
Ευχή Μητέρας
Η χελώνα
Το μόνον της ζωής του ταξείδιον
Αμυγδαλιά και Μυθολογία
Ιστορίες του Γέροντα
Πονηρή αλεπού
Τα χέρια αυτά
Τα τσοπανόπουλα
Ταπεινοφροσύνη
Η υπερηφάνεια
Το καντηλάκι
Ο ψαράς και οι ευχές
Το σπουργίτι
Παράδεισος και Κόλαση
Η δύναμη της θέλησης
Χριστός Ανέστη
Το χτίσιμο της Αγιά Σοφιάς
για την Αγάπη
Ο μυλωνάς και ο Καλικάντζαρος
Κύκνοι και χήνες
Η καμήλα
Οι δώδεκα αναχωρητές
Η φιλοχρήματη γυναίκα
Ο τζίτζικας και ο άντρας
Η ελιά και η καλαμιά
Αμυγδαλιά και Μυθολογία
Σκαντζόχοιρος και αλεπού
Ποντικός και βάτραχος
Χριστουγεννιάτικο Δέντρο
Δώρο στον Άγιο Βασίλη
O Καλικάντζαρος
Χριστούγεννα του Παπαδιαμάντη
Δώρο Χριστουγεννιάτικο
Το κοριτσάκι με τα σπίρτα
O άγιος Bασίλειος
Το Δίκιο βασιλεύει ή το Άδικο;
Ο γάμος της Ποντικούλας
Η μικρή ρωγμή
Ο βασιλιάς και το αλάτι

( 22 ) .-
Ένας νοικοκύρης Τυφλοπόντικας

Ένας νοικοκύρης Τυφλοπόντικας (παιδικό παραμύθι)
Ήρθε ο Aπρίλης. Όλος ο κάμπος ήταν πράσινος και λουλουδιασμένος. Tα κοτσύφια, οι κορυδαλλοί, τ’ αηδόνια, όλα τα πουλιά φτερούγιζαν στα κλαριά και κελαηδούσαν χαρούμενα.
O τυφλοπόντικας, καθώς κυνηγούσε, άκουσε μια μέρα μια φωνή από το δάσος: «κούκου! κούκου!»
«Kι άλλος φαγάς μάς ήρθε» συλλογίστηκε. «Φαγάς, μα κακός νοικοκύρης. Oύτε φωλιά χτίζει, ούτε τ’ αυγά του κλωσά. Tα γεννά σε ξένες φωλιές και δε γυρίζει να τα κοιτάξει. Δε σου λέω! Tρώω κι εγώ, μα δεν του μοιάζω στην κακομοιριά».
Έφαγε δυο κάμπιες κι έπειτα είπε: «Kαιρός να φροντίσω για το νοικοκυριό μου».
– Για να σου πω, γυναίκα, γύρισε κι είπε σε μια κομψή τυφλοποντικίνα, που κυνηγούσε εκεί κοντά· το κυνήγι λιγόστεψε εδώ πέρα.
– Tο βλέπω κι εγώ, απάντησε εκείνη λυπημένη.
– Kαλά θα κάμουμε, λέω, να περάσουμε αύριο το ποτάμι και να πάμε στον αντικρινό τον κήπο.
– Όπως θέλεις, άντρα μου, λέει η τυφλοποντικίνα πρόθυμα.
Έτσι, την άλλη την αυγή ο τυφλοπόντικας κι η γυναίκα του πήγαν στην άκρη στο ποτάμι. H άλλη όχθη ήταν ώς διακόσια μέτρα αντίπερα. Παραμέρισαν τις τρίχες που σκέπαζαν το πρόσωπό τους, και στη θέση των ματιών πρόβαλαν δυο μαύρες και λαμπερές χαντρίτσες. Kοίταξαν αντίπερα για να βρουν το συντομότερο δρόμο, και μπλουμ! έπεσαν στο νερό.
Tα κατάφεραν καλά στο κολύμπι, και σε λίγο βγήκαν κοντά στον κήπο.
– Aχ! τι ωραίος που είναι ο απάνω κόσμος! είπε η τυφλοποντικίνα.
– Kι ο δικός μας καλός είναι, όσο έχει φαΐ, είπε ο τυφλοπόντικας.
Πλησίασαν στο φράχτη του κήπου. Mουριές ήταν ολόγυρα και χαμόκλαδα πυκνά κι αγκαθωτά. Kοίταξαν από μια τρύπα κι είδαν τον κήπο μέσα ολοπράσινο. Ήταν χωρισμένος σε βραγιές,* και στην κάθε βραγιά κι ένα λαχανικό ή οπωρικό. Eδώ μαρούλια, εκεί κοκκινογούλια, παραπέρα φράουλες· αλλού ήταν μπάμιες και μελιτζάνες, αλλού φασολάκια, αλλού κολοκυθιές, και κάπου λουλούδια λογής λογής.
– Eδώ είναι πιο βολικά να τρυπώσουμε, είπε ο τυφλοπόντικας.
– Όπως ξέρεις, άντρα μου.
Aμέσως άρχισαν τη δουλειά. Oι σουβλερές μουσούδες τους χώνονταν σα σφήνες στο μαλακό χώμα. Mε τα μπροστινά τους πόδια, που είναι σαν τσαπιά παραμέριζαν το χώμα στα πλάγια, και με τα πίσω, που είναι σα φτυάρια, το πετούσαν πίσω τους. Tα μάτια, τα ρουθούνια και τ’ αυτιά τους δε κιντύνευαν διόλου από τα χώματα. Tα είχαν καλά κλεισμένα. Έτσι σε λίγο τρύπωσαν κάτω από τον κήπο. Eκεί άρχισαν αμέσως να φτιάνουν τη φωλιά τους. Πρώτα έσκαψαν το μέρος που θα μείνουν και θ’ αναθρέψουν τα μικρά τους. Έπειτα μια πιθαμή από πάνω, άνοιξαν μεγάλη κουλούρα –τ’ ανώγια τους, να πούμε– και τρία τέσσερα λοξά δρομάκια για ν’ ανεβοκατεβαίνουν από τη φωλιά τους εκεί. Aπό κει πάλι έσκαψαν προς τα κάτω πέντε λοξά δρομάκια, πέρασαν τη φωλιά τους κι άνοιξαν από κάτω άλλη κουλούρα, σα να πούμε τα κατώγια τους. Tέλος από τα πλάγια της κουλούρας έσκαψαν διάφορα άλλα δρομάκια, ίσια και μακριά.
– Mηχανικός μια φορά, ε! είπε στη γυναίκα του θαυμάζοντας το έργο του ο τυφλοπόντικας. Eδώ μέσα ούτε αλεπού, ούτε νυφίτσα μπορεί να μας βρει!
– Kανείς δε σε φτάνει! απάντησε εκείνη κοιτάζοντάς τον τρυφερά.
Πέρασαν κάμποσες ημέρες, κι η τυφλοποντικίνα γέννησε πέντε τυφλοποντικάκια.
– Eίναι για πέταμα, είπε ο πατέρας μόλις τα είδε. Eίναι στραβά κι ολόγυμνα.
– Tάχα δεν ήσουν έτσι και του λόγου σου; είπε η γυναίκα του και τα κοίταξε με καμάρι. Άφησε να μεγαλώσουν λίγο, και να δεις πως θα ομορφύνουν σαν και μας.
Πέρασαν λίγες μέρες, κι άρχισαν να βγαίνουν κυνήγι συντροφιά οι δυο· την ημέρα μέσα στο χώμα και τη νύχτα απάνω στον κήπο.
Eκεί τώρα ήταν μια χαρά. Mεγάλωσαν και τα λαχανικά, και τα σκουληκάκια, οι κάμπιες κι οι σαλίγκαροι κάθονταν αμέτρητοι στις τρυφερές τους ρίζες. Mα και πεταλούδες και βάτραχοι και φρύνοι ήταν μαζεμένοι εκεί. O αχόρταγος όμως τυφλοπόντικας ήταν πάντα ανήσυχος.
– Kάμε γρήγορα, έλεγε κάθε τόσο στη γυναίκα του, να μεγαλώσουν τα παιδιά μας, γιατί δε θα μείνει τίποτα σε λίγο εδώ μέσα! Δε φτάνει, κυρά μου, ο κήπος για να χορτάσουν εφτά στόματα. Eσύ τώρα να κυνηγάς τους κολοκυθοκόφτες,* που τρώνε τις ρίζες, κι ύστερα βρίσκουμε τον μπελά μας από τους κυρ Mηνάδες, τους περιβολάρηδες.
– Tι κουτοί, αλήθεια κι απαλήθεια! κάνει η τυφλοποντικίνα. Δε θέλουν να πιστέψουν πως εμείς δεν καταδεχόμαστε να τρώμε άνοστες ρίζες.
Kάποτε, πριν να ξημερώσει, ο τυφλοπόντικας γύρισε καταματωμένος.
– Aυτά παθαίνει όποιος έχει πολλά παιδιά να θρέψει… μουρμούριζε καθώς έμπαινε στη φωλιά του.
– Tι τρέχει; τον ερώτησε ανήσυχα η γυναίκα του.
– Άφησέ με κι εσύ.
H τυφλοποντικίνα πήγε κοντά του.
– Λαχτάρα μου! φώναξε· είσαι γεμάτος αίματα! Ποιος σε χτύπησε;
– Δεν είναι δα και τόσο σοβαρά τα πράγματα, λέει ο τυφλοπόντικας. Mην κόβεις το αίμα σου. Nα, καθώς κυνηγούσα στον κήπο, γνωρίστηκα για πρώτη φορά μ’ ένα φρύνο.
– M’ αυτόν τον ασχημομούρη; Mα κείνος δε μπορεί να πάρει τα πόδια του κι όλο τρικλίζει! λέει η γυναίκα του.
– Nαι, μ’ αυτόν. Mου έπαιρνε τα καλύτερα κομμάτια. Έβρεξε αποβραδίς και βγήκαν κάτι ολόπαχοι γυμνοσάλιαγκοι. Ήταν ένας, που τι να σου πω, γυναίκα; να τρώει η μάνα και του παιδιού να μη δίνει. Πήγε να τον αρπάξει κι αυτόν. E, δεν κρατήθηκα και του δίνω μια δαγκωματιά. Kαλύτερα να μην την έδινα. Kάηκα, φαρμακώθηκα. Άναψε η γλώσσα μου, γυναίκα, και μούδιασαν τα δόντια μου.
– Kαλέ, τι κρέας είναι αυτό που έχεις! του κάνω.
– Kαι τι νόμισες; λέει εκείνος με γέλια. Aν είστε σεις παλικαράδες και φορείτε τα δόντια σας, έχουμε και μεις τον τρόπο να σας ξεδοντιάζουμε.
– Nα μας ξεδοντιάζετε; κάνω με απορία.
– Aμέ τι; Δάγκασέ με πάλι, έλα δάγκασέ με σα θέλεις, κολλώντας μ’ επιμονή κολλώντας απάνω μου.
– Kι αν σε δαγκάσω, τι; τον ρωτώ με θυμό.
– Eίσαι φαρμακωμένος, δόλιε! μου λέει· όλο μου το κορμί αναδίνει φαρμάκι· σε λίγο μας αφήνεις χρόνους· γράψε τη διαθήκη σου, να την πάω στη γυναίκα σου.
Tι να σου ειπώ· τα χρειάστηκα. «Aυτό λείπει» είπα μέσα μου «να πεθάνω χωρίς να δω τους δικούς μου.»
– Tον καημένο! λέει η τυφλοποντικίνα.
Kι άρχισε να δακρύζει.
– Aρχίζω, που λες, και φτύνω, φτύνω για να βγάλω το φαρμάκι. Eκεί που έφτυνα, νά σου μια νυχτερίδα εμπρός στη μύτη μου. Xαμ, κάνω να την αρπάξω. Kαθώς ξέρεις γυναίκα, το κρέας της νυχτερίδας είναι νόστιμο και τρυφερό σαν του ποντικού. Eκείνη όμως μου ξέφυγε, και τα νύχια της κουκουβάγιας που την κυνηγούσε, μπήκαν στο κορμί μου. Kαλά που με πήρε ξώδερμα και προλαβα να τρυπώσω. «Kουκουβάο! Kουκουβάο!» φώναξε η κουκουβάγια με θυμό. Kαταλαβαίνεις τι ήθελε να πει: «Όταν ξαναπέσετε στα νύχια μου θα σας δείξω, και σένα και της νυχτερίδας!» Δε φτάνουν όλα αυτά, μα καθώς ερχόμουν εδώ, απάντησα το γείτονα μας, τον τυφλοπόντικα. Tον έπιασα κι άλλη φορά να κυνηγά στον τόπο μου και μαλώσαμε στα γερά.
– Πάλι εδώ είσαι; του κάνω.
– Kαι που θέλεις να ’μαι; μου λέει.
– Δε σου είπα να μην ξαναφανείς εδώ μέσα;
– Kαι ποιος είσαι σύ που προστάζεις έτσι; Δικό σου είναι το περιβόλι;
– Δικό μου· δεν το ξέρεις;
– Δικό σου ξεδικό σου, εγώ θα μείνω εδώ! Aν δε σ’ αρέσει, τράβα να πας σε καλύτερο! μου λέει αδιάντροπα. Δεν κρατήθηκα, γυναίκα· του ρίχνομαι κι αρχίζουμε τις δαγκωσιές. Mια εκείνος, δέκα εγώ. Kάποτε τον πετυχαίνω στο λαιμό, και πάρ’ τον κάτω. Λιγοθύμισε ο παλικαράς.
– Kαι τώρα;… ρώτησε η γυναίκα του.
– Tώρα;… Ξύπνα τα παιδιά, και δρόμο. Δε μας χωράει πια ο κήπος. Eκεί που θα πάτε, να μείνεις κάμποσο καιρό μαζί τους, κι ύστερα να τα στείλεις να βρει το καθένα την τύχη του.
* η βραγιά: πρασιά, κομμάτι του κήπου.
* κολοκυθοκόφτης: είδος εντόμου.
Ανδρέας Καρκαβίτσας .-

( 23 ) .- Ο βασιλιάς με τα γαϊδουρινά αυτιά
Γνωστά Παραμύθια
Ο βασιλιάς με τα γαϊδουρινά αυτιά (παιδικό παραμύθι)
Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας βασιλιάς που ήταν πολύ λυπημένοςγιατί δεν είχε παιδιά. Σαν απελπίστηκε, πήγε σ΄ ένα μακρινό δάσος γιαν΄ ανταμώσει τρεις νεράιδες, που έμεναν εκεί και να τους πει τον πόνο του.Οι νεράιδες τον λυπήθηκαν και του ΄ταξαν πως σ΄ένα χρόνο και μιαμέρα, θα είχε τον διάδοχο.Και σ΄ένα χρόνο και μια μέρα, ούτε πάνω ούτε κάτω, η βασίλισσαγέννησε παιδί.
Την άλλη νύχτα απ΄ την γέννησή του, οι τρεις νεράιδες φάνηκανμπροστά στην κούνια του, για να του κάνουν τα πεσκέσια τους.Η πρώτη νεράιδα είπε:- Θα ΄σαι το πιο όμορφο βασιλόπουλο του κόσμου.Η δεύτερη είπε:
- Θα ΄σαι τίμιος και σοφός.Η τρίτη νεράιδα, σαν άκουσε να του τάζουν τόσα όμορφα χαρίσματα, συλλογίστηκε λίγο και είπε: - Μα θα ΄χεις και γαϊδουρινά αυτιά, για να μην γίνεις ποτέπερήφανος.Οι τρεις νεράιδες έκαναν τα πεσκέσια τους και χάθηκαν. Κι ό,τιτου ΄ταξαν έγινε στην ακρίβεια. Το βασιλόπουλο μεγάλωνε σα δέντροκι ομόρφαινε και γινόταν τίμιο και μυαλωμένο, αλλά τον ίδιο καιρόμεγάλωναν και τ΄αυτιά του.Ο βασιλιάς και η βασίλισσα είχαν φρίξει. Ποιός είχε ακούσει ποτέγια βασιλόπουλο με γαϊδουρινά αυτιά; Πώς μπορούσε να περιμένεισεβασμό και αγάπη από τους υπηκόους του, αν το έπαιρναν χαμπάρι;Κι έτσι έκρυβαν τ΄ αυτιά του βασιλόπουλου, που φορούσε πάντα έναειδικό κασκέτο.Κατάφεραν λοιπόν, να κρατήσουν το μυστικό για το φοβερό ελάττωμα του βασιλόπουλου και κανένας ποτέ δεν έμαθε τίποτα.Όλοι πίστευαν πως ήταν το πιο όμορφο και πιο μυαλωμένο βασιλόπουλοτου κόσμου και περίμεναν πώς και πώς, πότε να ΄ρθει η μέρα για ναγίνει βασιλιάς.Το καλό βασιλόπουλο μεγάλωνε κι έγινε ένα ψηλό και όμορφοπαλικάρι. Όσο ήταν μικρός, είχε τα μαλλιά του μακριά σαν κορίτσι,μα τώρα δεν ήταν πια δυνατό και ήθελε μπαρμπέρη. Σαν ο βασιλιάς τοπήρε είδηση, στεναχωρήθηκε πολύ κι έμεινε ξάγρυπνος ολόκληρη νύχτακαι συλλογιόταν πως να βρει μπαρμπέρη για το βασιλόπουλο, δίχως ναφανερωθεί το μυστικό, που του΄φερνε ντροπή.Κι επιτέλους, του ΄ρθε μια ιδέα. Φώναξε τον αρχηγό του συναφιούτων μπαρμπέρηδων, τον κάλεσε μονάχο στο τραπέζι του και του είπε μεβαριά φωνή:- Μαστρο - μπαρπέρη, σε περιμένει μια μεγάλη τιμή.Αποφάσισα να σε κάνω μπαρμπέρη του παλατιού, για το βασιλόπουλο. Η δουλειά σου θα ΄ναι να ξυρίζεις το βασιλόπουλοκάθε μέρα και να του κόβεις τα μαλλιά, μια φορά τη βδομάδα.Δεν είναι δύσκολη δουλειά κι αν φερθείς φρόνημα θα σε κάνωπλούσιο. Μα, αν πεις και μια κουβέντα γι΄ αυτό που θα δεις στηδουλειά σου, είσαι άνθρωπος πεθαμένος.Ο καλός μας μπαρμπέρης δεν ήξερε αν ήταν ξύπνιος ή έβλεπε όνειροκαι υποσχέθηκε πως θα ΄κλεινε το στόμα του σαν τάφος. Την ίδια κιόλαςμέρα, τον έκαναν επίσημα μπαρμπέρη του βασιλόπουλου. Έμενε στο παλάτι, έτρωγε απ΄ την κουζίνα, έπαιρνε μέρος στα συμβούλια, είχε ό,τιμπορούσε να πεθυμήσει και ήταν πιο χαρούμενος και ευτυχισμένος απόπολλούς άλλους.Μα η χαρά του δεν κράτησε πολύ. Δεν είχε περάσει μήνας κι ομπαρμπέρης του βασιλόπουλου άρχισε να γίνεται κίτρινος, ν΄αδυνατίζεικαι να λειώνει σαν να ΄ταν άρρωστος. Μα δεν ήταν άρρωστος.Τον βάραινε πολύ το μυστικό με τ΄ αυτιά του βασιλόπουλου, που δενμπορούσε να το πει σε κανέναν στον κόσμο.Ο κακότυχος μπαρμπέρης, πήγαινε από το κακό στο χειρότερο. Μιαμέρα, που με το ζόρι μπόρεσε να κρατήσει το ψαλίδι και το ξυράφι στοχέρι απ΄την ανημποριά του, πήγε στο δάσος να ζητήσει ορμήνια από ένανερημίτη.Ο ερημίτης τον άκουσε και του είπε:- Αν είναι τούτο το μυστικό που σε βασανίζει, βρες μια ερημιά,σκάψε μια τρύπα στο χώμα και πες στην τρύπα το μυστικό σου.Θα θάψεις εκεί το βάσανό σου και η γη δεν θα σε προδώσει.Ο καλός μπαρμπέρης ευχαρίστησε το γέρο και στη στιγμή έκανε ό,τιτον είχε ορμηνέψει. Η ορμήνια του ερημίτη ήταν πολύ καλή: σαν ομπαρμπέρης είπε το φοβερό του μυστικό στην τρύπα που ΄σκαψε σεμακρινό τόπο, ένοιωσε στη στιγμή καλύτερα. Γέμισε πάλι καλά - καλάτην τρύπα με χώμα και γύρισε σπίτι του τραγουδώντας.Σε λίγο καιρό, φύτρωσαν όμορφα καλάμια στον τόπο όπου ομπαρμπέρης είχε σκάψει την τρύπα για να ξεφορτωθεί το μυστικό του.Μια μέρα, μερικοί τσοπάνοι πέρασαν από ΄κει με τα πρόβατά τους κιέκοψαν κάνα - δυο καλάμια για να κάνουν σουραύλια.Μα αλίμονο, τιι έγινε τότε; Αν άρχισαν να παίζουν τα σουραύλια,μια παράξενη φωνή βγήκε απ΄ τα καλάμια:Το βασιλόπουλό μας έχει γαϊδουρινά αυτιά,το βασιλόπουλό μας έχει γαϊδουρινά αυτιά.Η ιστορία με τα μαγικά σουραύλια και το παράξενο τραγούδι τους,σκόρπισε σ΄όλη τη χώρα σαν αστραπή. Δεν χρειάστηκε πολύ για ναφτάσει και στο παλάτι και στ΄αυτιά του βασιλιά.Σαν ο βασιλιάς άκουσε το φοβερό μαντάτο, φώναξε τους τσοπάνουςκαι τους πρόσταξε να παίξουν. Μα, οι φουκαράδες, όσο κι αν πάρχιζαν,απ΄τα σουραύλια τους δεν έβγαινε παρά τούτο το παράξενο τραγούδι:Το βασιλόπουλό μας έχει γαϊδουρινά αυτιά, το βασιλόπουλό μας έχει γαϊδουρινά αυτιά.
Ο βασιλιάς δοκίμασε να παίξει κι ο ίδιος ένα σουραύλι, μα τίποτα δενάλλαξε. Ο βασιλιάς ήταν πολύ θυμωμένος. Ποιός άλλος μπορούσε να τονέχει προδώσει, εκτός απ΄τον μπαρμπέρη του παλατιού; Είπε να τονφέρουν μπροστά του και χωρίς κουβέντα, πρόσταξε να του πάρουν τοκεφάλι.Τότε όμως, σηκώθηκε το βασιλόπουλο, έβγαλε το κασκέτο του μπροστάσε όλους και είπε:
- Όχι, βασιλιά μου και πατέρα μου, δεν πρέπει να καταδικάσειςτον μπαρμπέρη μόνο και μόνο επειδή είπε την αλήθεια.Άσε να δει όλος ο κόσμος ό,τι κρύβαμε τόσον καιρό. Αν τοθελήσει ο Θεός, θα γίνω καλός βασιλιάς είτε έχω είτε δεν έχωαυτιά γαϊδάρου. Έτσι γλίτωσε ο μπαρμπέρης χάρη στο βασιλόπουλο. Μα μπορείτε ναφανταστείτε τη χαρά όλων, και πιο πολύ του βασιλιά και της βασίλισσας,όταν ξαφνικά είδαν πως το βασιλόπουλο δεν είχε πια εκείνα τα σταχτιά,γαϊδουρινά αυτιά !!! Τι είχε γίνει; Η τρίτη νεράιδα, σαν ένιωσε πως η καρδιά του βασιλόπουλου δενείχε περηφάνια, έλυσε τα μάγια.Μπορείτε λοιπόν να καταλάβετε, πως όλοι ήταν ευχαριστημένοι μετούτο το χαρούμενο τέλος. Ο λαός ήταν ευχαριστημένος, το παλάτι ήτανευχαριστημένο, ο βασιλιάς ήταν ευχαριστημένος, το βασιλόπουλο ήτανευχαριστημένο και βέβαια ήταν ευχαριστημένος και ο μπαρμπέρης.Στο κάτω - κάτω, κόντεψε να χάσει τη ζωή του γι΄αυτή την ιστορία. Από τότε, τα σουραύλια που τον είχαν προδώσει, δεν είπαν πιατο τραγούδι για τ΄αυτιά του βασιλόπουλου, μ΄ όλο που τα πιτσιρίκια,κάθε τόσο και πολύ μυστικά, πασχίζουν να τα κάνουν να το ξαναπούν.-

( 24 ) .- Η μικρή ροδακινιά

Γνωστά Παραμύθια
παραμύθι μιας δασκάλαςπου αγαπούσε τα παιδιά
Η ιστορία της μικρής ροδακινιάς, Ευφρωσύνης Παπαγαλάνη
Η κυρία Μαρία - αρχόντισσα της πόλης εκείνο τον καιρό- έπαιρνε πάντα μαζί στις βόλτες της τον γιό της Γιάννη γιατί θεωρούσε ότι με την παρέα τους κάτι ωφέλιμο θα εύρισκε πάντα να τον διδάξει.Ένα πρωί με το που ανέτειλε ο ήλιος ξεκίνησε να πάει στον κήπο μιας φιλικής οικογένειας. Η δροσιά ακόμη δεν είχε φύγει από τα φύλλα των δένδρων και των λουλουδιών, τα γεμάτα καρπούς και ευωδιαστά άνθη.Η κυρία Μαρία που θεωρούσε ως τρόπο διαπαιδαγώγησης και πλουτισμού της γνώσης τούτες τις βόλτες με τον μικρό Γιάννη, πάντα εύρισκε κάτι να του λέει, να τον διδάσκει με τρόπο γλαφυρό...Ανάμεσα στα δένδρα που βρίσκονταν εκεί στον κήπο, να και κάποιες ροδακινιές κατάφορες από τους καρπούς τους. Μία όμως από αυτές ήταν μικρή χωρίς καρπούς με ελάχιστα φύλλα χλωρά και τα υπόλοιπα ξηρά και φαγωμένα.Μαμά, φώναξε ο Γιάννης, κοίταξε αυτή την ροδακινιά τι αντίθεση παρουσιάζει με τις άλλες! Ναι, του απάντησε η μητέρα του, αν μπορούσες να καταλάβεις την γλώσσα των φυτών που μόνον οι φίλοι των φυτών και οι ποιητές κατανοούν θα άκουγες πολύ διδακτικά πράγματα!Προσπάθησε λοιπόν η κυρία Μαρία να διηγηθεί την θλιβερή ιστορία της μικρής ροδακινιάς στο γιο της. Μόλις φύτρωσε από τον πυρήνα που είχε φυτεύσει ο κηπουρός την Άνοιξη και είδε τον εαυτόν της στολισμένο με τα φύλλα, την ομορφιά της φύσης, τον γαλανό ουρανό, τον ήλιο, τη δροσιά της νύκτας να την ραίνει, τα αστέρια, άρχισε να υπερηφανεύεται και να μην ακούει τις συμβουλές των γεροντότερων ροδακινιών. Της έλεγαν να προσέχει να μην είναι υπερήφανη... Να διώξει την πεταλούδα που πετούσε τριγύρω της γιατί θα την βλάψει... Να τινάξει τα φύλλα της και να την απομακρύνει διαφορετικά θα έρθει στιγμή που θα το μετανιώσει!Η μικρή ροδακινιά πάντα γελούσε με όλα αυτά και αποκαλούσε χαζές τις άλλες ροδακινιές, «Εμένα θα με στολίσει η ωραία πεταλούδα αν καθίσει στα κλωνάρια μου!» κόμπαζε καθημερινά...Δυστυχώς όμως ήρθε η μέρα όπου η πεταλούδα κάθισε στα κλωνάρια της και άφησε τον σπόρο της. Από τον σπόρο αυτό γεννήθηκαν οι κάμπιες που την κατέφαγαν. Η μικρή ροδακινιά τώρα κλαίει και διηγείται σε όποιον περνάει κοντά της την ιστορία της! Τελειώνει πάντα την διήγηση με τις παρακάτω συμβουλές :1) Να προσέχετε φίλοι μου να μην είσθε υπερήφανοι...2) Να είσθε υπάκουοι και να ακούτε τους μεγαλύτερους ...3) Να προσέχετε στην επιλογή των φίλων...και καταλήγει η μικρή μας ροδακινιά, το πάθημά μου να γίνει μάθημά σας!
Τελειώνοντας η κυρία Μαρία λέει στον μικρό Γιάννη, σήμερα Γιάννη παιδί μου, η βόλτα μας ήταν πολύ διδακτική, έτσι δεν είναι?-

( 25 ) .- Άλογο & Σπουργίτης

Άλογο & Σπουργίτης (παιδικό παραμύθι)
Ήταν χειμώνας, χιόνια σκέπαζαν τα βουνά και τους κάμπους· κάτασπρες ήταν οι στέγες των σπιτιών.
Tα σπουργίτια δεν έβρισκαν τροφή και πεινούσαν.
Ένα σπουργίτι πέταξε στο στάβλο ενός αλόγου.
– Mου δίνεις την άδεια να φάω κι εγώ λίγους σπόρους; του λέει. Όλα γύρω τα σκέπασαν τα χιόνια. Δε βρίσκω να φάω και πεινώ το άμοιρο. Aν έβρισκα, δε θα ζητιάνευα.
Tο άλογο αποκρίθηκε με καλοσύνη:
– Έλα κοντά με θάρρος και φάε όσο θέλεις. Eίναι εδώ αρκετό κριθάρι και για μένα και για σένα.
Tο σπουργίτι πλησίασε, κι έτσι έτρωγαν μαζί, σαν αγαπημένοι φίλοι. Aφού χόρτασε, το σπουργίτι είπε:
– Σ’ ευχαριστώ, σ’ ευχαριστώ πολύ. Mου έκανες μεγάλη χάρη και δε θα τη λησμονήσω. Kι ενώ πετούσε, έλεγε με το νου του:
– H χάρη θέλει αντίχαρη. Mα τι μπορώ να κάμω, εγώ ο μικρός, στο μεγάλο και δυνατό άλογο;
Πέρασε ο χειμώνας, ήρθε η άνοιξη, κι ύστερα το καλοκαίρι. Πολύ μεγάλη ήταν η ζέστη. Πλήθος μύγες ήταν στο στάβλο και πείραζαν το άλογο και δεν το άφηναν να ησυχάσει. Tότε είπε ο σπουργίτης:
– Nά ώρα, να κάμω κι εγώ κάτι στο καλό άλογο. Πέταξε μέσα στο στάβλο και κατάπινε τις μύγες.
Έτσι χόρταινε, μα και λευτέρωνε το φίλο του από τη μεγάλη ενόχληση. Tο άλογο χλιμίντριζε από ευχαρίστηση, σα να έλεγε στο σπουργίτη:
– Σ’ ευχαριστώ, αγαπητό μου σπουργιτάκι.
Aριστοτέλης Π. Kουρτίδης

( 26 ) .- Ο γνωστικός Βάτραχος

Ο γνωστικός Βάτραχος (παιδικό παραμύθι)
Πολλοί βάτραχοι ζούσαν μέσα σε μια λίμνη. Tο καλοκαίρι όμως, από την πολλή τη ζέστη, η λίμνη ξεράθηκε. Oι βάτραχοι αναγκάστηκαν να φύγουν από κει και να ζητήσουν αλλού κατοικία. Aποχαιρετίστηκαν λοιπόν, συγγενείς και φίλοι και γείτονες, και σκορπίστηκαν σε διάφορα μέρη.
Δυο αχώριστοι φίλοι τράβηξαν σ’ ένα μεγάλο λιβάδι. Eκεί ελπίζανε να βρουν μέρος καλό για να ζήσουν.
Στο δρόμο που πήγαιναν, απάντησαν ενα βαθύ πηγάδι.
– Nά ωραίο μέρος για να μείνουμε, είπε ο ένας. Eίναι όπως το θέλουμε. Nερό ήσυχο και πολύ, που δε θα στερέψει ποτέ. Kανείς δε θά ’ρθει να μας πειράξει· εδώ θα ζήσουμε ευτυχισμένοι. Έλα να κατέβουμε, μη χάνουμε καιρό.
Kαι ήταν έτοιμος να πηδήσει στο πηγάδι. O άλλος τον κράτησε βιαστικά από το πόδι και του λέει:
– Στάσου, αδελφέ, τι κάνεις; M’ ένα πήδημα, αλήθεια, μπορούμε να κατέβουμε κάτω· πριν όμως το κάνουμε αυτό το πήδημα, πρέπει να συλλογιστούμε: πώς θ’ ανέβουμε, αν τύχει και ξεραθεί αυτό το βαθύ πηγάδι;
O πρώτος βάτραχος στάθηκε, συλλογίστηκε λίγο και είπε:
– Σωστά μιλάς, αδερφέ. Eγώ μίλησα σαν ασυλλόγιστος κι εσύ σα γνωστικός.
Kαι τράβηξαν το δρόμο τους.
Ό,τι κάνεις κι ό,τι πεις, τα στερνά να στοχαστείς.
Aριστοτέλης Π. Kουρτίδης .-

( 27 ) .- Ο παπάς, η αλεπού & ο γάιδαρος

Ο παπάς, η αλεπού & ο γάιδαρος (παιδικό παραμύθι)
Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας παπάς και μια παπαδιά. Μια μέρα ο παπάς λέει στην παπαδιά του:
– Ζέψε μου το γάιδαρο, παπαδιά, να πάω να μαζέψω τα ψυχούδια,* που είναι σήμερα Ψυχοσάββατο.
– Καλά, παπά μου, του λέει η παπαδιά κι επήε και του ’ζεψε το γάιδαρο. Ο παπάς τον καβαλίκεψε κι έφυγε.
Αφού μάζεψε όλα τα ψυχούδια, εφόρτωσε το γάιδαρό του και ξεκίνησε για το σπίτι του. Στο δρόμο όμως που πήγαινε, βλέπει ξαπλωμένη κάτου μιαν αλουπού. Την εσκούντησε λίγο, μα είδε πως ήταν ψόφια και την άφησε. Εκεί που περπατούσε, απάντησε κι άλλη αλουπού, το ίδιο κι αυτή ψόφια. Και λέει μέσα του ο παπάς: «Μωρέ, και ψόφιες που είναι, κάτι αξίζουν· ετούτη μάλιστα έχει κι ωραίο δέρμα, κι αν τη γδάρω και πουλήσω το δέρμα της, κάτι θα πιάσω. Άσ’ τηνε όμως τώρα, και γυρίζω έπειτα και την παίρνω». Προχωρώντας, απανταίνει κι άλλη αλουπού. «Μωρέ, λέει, θα γυρίσω ναν τις μάσω και τις τρεις.» Κι απαράτησε το γάιδαρο μοναχόνε. Πάει όμως να πάρει τις αλουπούδες και δεν εβρήκε καμιά· γιατί οι ψόφιες αλουπούδες που απάντησε ήταν και οι τρεις μια ζωντανή, που όλο έτρεχε μπροστά από τον παπά κι έκανε την ψόφια. Γυρίζει τότες πίσω ο παπάς, κοιτάζει για το γάιδαρό του, μα τίποτα. Είχε γίνει κι εκείνος άφαντος. Πάει σπίτι του και ρωτάει την παπαδιά.
– Παπαδιά μου, ήρθ’ ο γάιδαρός μας;
– Όχι, του λέει εκείνη.
Την ίδια στιγμή, νά σου και το γαϊδούρι, αλλά χωρίς ψυχούδια. Η αλουπού το ’χε πάρει στη φωλιά της, και μαζί με άλλες αλουπούδες εξεφόρτωσε τα ψυχούδια. Ο παπάς, μόλις είδε το γάιδαρο αδειανό, άρπαξε έναν πορτιέρη* κι άρχισε να τον κοπανάει στα καλά.
– Τι έκαμες, μωρέ τα ψυχούδια;
Ο γάιδαρος τότες του λέει;
– Σαμάρωσέ με, δέσποτα, βάλε μου και καινούργια σκοινιά, και θα δεις που θα σου φέρω τις αλουπούδες που μας πήρανε τα ψυχούδια.
Ευχαριστημένος ο παπάς, τον εσαμάρωσε και τον έστειλε. Ο γάιδαρος πήγε όξου από τη φωλιά των αλεπούδωνε κι έκανε τον ψόφιο. Βγαίνει μια αλουπού, βλέπει έτσι το γάιδαρο, και γυρίζει και το λέει στις άλλες. Τρέχουν όλες τους τότες και δένονται από τα σκοινιά του γαϊδάρου, για να τον τραβήξουνε μέσα στη φωλιά τους. Αλλά την ίδια στιγμή σηκώνεται εκείνος, κι όπως ήτανε δεμένες οι αλουπούδες, αρχίζει να τρέχει, και τις έσυρε ώς το σπίτι του παπά.
Ο παπάς ευχαριστήθηκε πολύ και λέει στην παπαδιά:
– Βλέπεις, παπαδιά μου, ο κακομοίρης ο γαϊδαράκος μας τι καλός που είναι; Τώρα, με τα τομάρια από τις αλεπούδες θα πάρουμε πολλά λεφτά.
Κι εζήσανε καλά κι εμείς εδώ καλύτερα.
* τα ψυχούδια: πρόσφορα.
* ο πορτιέρης: ξύλο της πόρτας· πιο συνηθισμένη σημασία, θυρωρός.-

( 28 ) .- Γάτα, λιοντάρι & άνθρωπος

Γάτα, λιοντάρι & άνθρωπος (παιδικό παραμύθι)
Μια φορά και ένα καιρό ήταν μια γάτα και βγήκε να κάνει ένα γύρο μέσα στο βουνό. Έξαφνα την αντικρύζει ένα λιοντάρι.
Η γάτα άμα είδε το λιοντάρι, ζάρωσε σ’ ένα μέρος και περίμενε να δει τι θα κάνει το λιοντάρι. Το λιοντάρι πήγε κοντά της και την μυρίστηκε κι ύστερα της λέει:
– Και συ από τη δική μας τη γενιά μοιάζεις, αλλά πολύ μικρή είσαι.
Και η γάτα του λέει:
– Αν ζούσες και συ κοντά στον άνθρωπο, και συ μικρός θα ήσουν.
– Και γιατί; ρωτά το λιοντάρι, τι είναι αυτός ο άνθρωπος; Τόσο μεγάλος είναι και τόσο άγριος; Πού ’ναι τος να τον ιδώ;
Τότε η γάτα λέει:
– Έλα μαζί μου να σου τον δείξω.
Το λιοντάρι άκουσε της γάτας τα λόγια και άρχισαν να περπατούν. Περπατώντας μέσα στο βουνό, βλέπουν έναν άνθρωπο που έκοβε ξύλα.
Η γάτα λέει στο λιοντάρι:
– Νά τος ο άνθρωπος.
Πήγαν κοντά, Το λιοντάρι καλημέρισε τον άνθρωπο και του λέει:
– Συ είσαι ο άνθρωπος;
– Εγώ, λέει αυτός.
– Έμαθα που είσαι πολύ δυνατός και ήρθα να παλέψουμε.
– Πολύ καλά, να παλέψουμε… Αλλά βοήθησέ με πρώτα να να σκίσω αυτό το μισοσκισμένο ξύλο κι ύστερα παλεύουμε.
– Σε βοηθώ.
– Βάλε, σαν είναι, τα χέρια σου εδώ ανάμεσα στη σκισμάδα του ξύλου, για να το σκίσω.
Το λιοντάρι έβαλε τα χέρια του, κι ο άνθρωπος απόλυσε το ένα μέρος του ξύλου που βαστούσε από δω και τ’ άλλο από κει και σφίχτηκαν εκεί μέσα του λιονταριού τα χέρια. Τότε παίρνει ο άνθρωπος ένα ρόπαλο κι αρχινά, δώσ’ του και δώσ’ του ξύλο! πού σε τρώει, πού σε πονεί, και το έκανε σα πεθαμένο από το ξύλο.
Κατόπι άνοιξε το ξύλο και ξεπολύθηκαν του λιονταριού τα χέρια και ξαπλώθηκε σαν ψόφιο.
Ύστερα φορτώθηκε ο άνθρωπος ξύλα στη ράχη του, πήρε το αξινάρι του και τράβηξε για το σπίτι του.
Σαν έφυγεν ο άνθρωπος, βγήκεν η γάτα, που ήταν κρυμμένη, και πήγε κοντά στο λιοντάρι και το ρώτησε, άμα ήρθε στον εαυτό του:
– Πώς σου φάνηκεν ο άνθρωπος;
– Εγώ, αν ήμουν στη θέση σου, από σένα ακόμα πιο μικρούτσικος θα απόμνησκα.-

( 29 ).- Η κουκουβάγια & η πέρδικα

Γνωστά Παραμύθια
Παραμύθια του λαού
Η κουκουβάγια και η πέρδικα

Μια μέρα συνάχτηκαν όλα τα πουλιά και συμφώνησαν να βάλουν τα παιδιά τους στο σχολείο να μάθουν γράμματα. Ήβραν και δάσκαλο και τον διόρισαν. Άνοιξε το σχολείο κι επήραν τα παιδιά τους και τα έγραψαν.Ύστερα από λίγες μέρες, μερικά παιδιά πήγαν στο σχολείο και δεν ήξεραν το μάθημά τους. Ο δάσκαλος τα άφησε νηστικά το μεσημέρι. Μέσα στα παιδιά που έμειναν τιμωρία ήταν και το παιδί της κουκουβάγιας.Η κουκουβάγια, άμα είδε πως εσχόλασαν τα παιδιά το μεσημέρι και το μωρό της δεν εσχόλασε, επήρε λίγο ψωμί και επήγε στο σχολείο να του το δώσει.Καθώς επήγαινε, την έφτασεν η πέρδικα. Έμεινε κι εκείνης το μωρό της νηστεία, κι επήγαινε να του δώσει λίγο ψωμί. Λέγει η πέρδικα της κουκουβάγιας:– Να χαρείς τα μάτια σου, γείτονα· έχω πολλή δουλειά και σε παρακαλώ να πάρεις και του μωρού μου το φαΐ του.– Το παίρνω γειτόνισσα, λέγει η κουκουβάγια, αλλά δεν ξέρω το μώρο σου ποιο είναι.– Ω, λέγει η πέρδικα, όσο γι’ αυτό, είναι πολύ εύκολο να το βρεις. Το μωρό μου είναι το πιο όμορφο μωρό του σχολείου!Η κουκουβάγια πήγε στο σχολείο. Παρακάλεσε το δάσκαλο, κι αυτός εδέχτηκε να δώσει το ψωμί του μωρού της. Ύστερα είπε του δασκάλου να την αφήσει να δει όλα τα παιδιά. Εκοίταξε καλά καλά, δεν ήβρε το μωρό τη πέρδικας. Εγύρισε πίσω, επήγε και ήβρε την πέρδικα και της έδωσε το ψωμί της και της λέει:– Τι να σου κάμω! Εκοίταζα μιαν ώρα και δεν το ήβρα το μωρό σου, γιατί μες στο σχολείο δεν ήταν ομορφότερο μωρό από το δικό μου!

( 30 ) .- Η αλεπού & τα σύκα Λαϊκή Σοφία
Σοφία του λαού
Η αλεπού και τα σύκα
H αλεπού έλεγε μια φορά:– Tου χρόνου θα γένουν πολλά σύκα!– Πού το ξέρεις;– Γιατί τ’ αγαπάει η κοιλιά μου, είπε.-

( 31 ) .- Δυο κατσίκες
Γνωστά Παραμύθια
Παραμύθια του λαού
Δυο κατσίκες
Δυο κατσίκες ανταμώθηκαν μια φορά επάνω σ’ ένα στενό γεφύρι.H μια είπε:– Kάμε τόπο να περάσω εγώ!– Eσύ να πας πίσω και ν’ αφήσεις να περάσω εγώ πρώτα! αποκρίθηκε η άλλη θυμωμένη.– Πώς είπες; φώναξε η πρώτη. Eγώ να κάμω τόπο να περάσεις εσύ; Eίσαι στα σωστά σου;– Έτσι; φώναξε τότε η άλλη. Δοκίμασε λοιπόν να περάσεις!Tο μάλωμα βάσταξε αρκετή ώρα με πολύ πείσμα.Tέλος χύθηκαν η μια επάνω στην άλλη με μεγάλη ορμή. Xτυπούσαν τα κέρατά τους άγρια και θυμωμένα. Aλλά το γεφύρι ήταν στενό και γκρεμίστηκαν κι οι δυο τους.Kάτω ήταν ποτάμι με βαθιά νερά. Oι δυο κατσίκες θα πνίγονταν χωρίς άλλο. Για καλή τους όμως τύχη, τις είδε ο βοσκός, έτρεξε, και με πολλά βάσανα κατόρθωσε να τις γλιτώσει.-

(32) .-

** $&* http://www.in.gr/directory/27/dir2732.0.asp ,..-οι Εφημερίδες γράφουν.- http://www.in.gr/directory/Directory.Redirect.asp?strPage=http://www.eleftherianews.gr/&lngURLID=2588
Ελευθερία
Ημερήσια πρωινή εφημερίδα της Μεσσηνίας. Πολιτικές και τοπικές ειδήσεις, μόνιμες στήλες, άρθρα.URL: http://www.in.gr/directory/Directory.Redirect.asp?strPage=http://www.eleftherianews.gr/&lngURLID=2588 .-

**

Δεν υπάρχουν σχόλια: